Αργύρης Χιόνης

Αργύρης Χιόνης

Απόγευμα, σε κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης, καθορίστηκε η συνάντηση μας με τον ποιητή Αργύρη Χιόνη. Αναγνώριση δυο αγνώστων μέσα στο πλήθος. Οι πρώτες «άσκοπες» κουβέντες, μεταξύ ουίσκι και καφέ, με την ελπίδα να συγχρονιστούμε σ’ ένα κώδικα που θα προχωρήσει, έστω για λίγο, τη συζήτηση «πέρα απ’ το γαιοβάμον σκότος”. Αφορμή της συνάντησης μας ήταν η έκδοση του τελευταίου βιβλίου του ποιητή: «Ιδεογράμματα» (Χαικού και Τάνκα) εκδ. «Τα τραμάκια».

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. Έζησε σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Εργάστηκε ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 1992 ζει στο χωριό Θροφαρί της Ορεινής Κορινθίας όπου ασχολείται με την ποίηση και τη γεωργία. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Απόπειρες φωτός» (εκδ. Δωδέκατη ώρα) κυκλοφόρησε το 1966. Έκτοτε εκδόθηκαν εφτά ποιητικά βιβλία του, δύο με αφηγήματα καθώς και μεταφράσεις.

-Μήπως η ποίηση είναι, εντελώς, άσκοπη;

«Θα ήθελα να ήταν άσκοπη. Αυτό θα σήμαινε ότι δεν υπάρχει η εσωτερική ανάγκη για την κατασκευή ποιήσεως και όλα θα ήταν μέλι-γάλα».

-Ζείτε με τον τρόπο που αρμόζει σ’ ένα ποιητή;

«Νομίζω ναι. Λέει, κάπου, ο ‘Οντεν, ότι ο ποιητής πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να κάνει πράγματα με τα χέρια του. Να μην αρκείται μόνο στα βιβλία, να μπορεί να δουλέψει ένα κομμάτι γης, να έχει ένα ζώο, να ξέρει να μεγαλώσει έστω ένα λουλούδι, ένα λάχανο. Να χρησιμοποιεί τα χέρια του. Λέει, ακόμα, ότι πρέπει να ξέρει και μαθηματικά. Μακάρι να ήξερα».

-Aρκετοί Έλληνες ποιητές δεν είχαν ποτέ σχέση με τη χειρωναξία ή  με τη φύση…

«Ο Ελύτης αναφέρει μια ολόκληρη σειρά φυτών, όχι μόνο επειδή έχουν ωραίους ήχους. Είναι οι ήχοι και η μνήμη του αρώματός τους. Απαριθμεί επίσης, μια σειρά νησιών. Φαίνεται ότι τα έχει, τουλάχιστον, επισκεφθεί. Ασχέτως αν δεν έσκαψε ποτέ στη ζωή του. Για μένα, θα έπρεπε να έχει σκάψει. Τότε θα ήτανε ουσιαστικότερη η ποίηση του.

Ο ουσιαστικότερος Ελύτης αρχίζει από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη». Εκεί ανακαλύπτει πραγματικά το θάνατο, και πάει στο βάθος. Όλα τ’ άλλα είναι κατασκευές, κατά την ταπεινή γνώμη μου. Ποιος είμαι τώρα εγώ, για να μιλήσω για τον Ελύτη. Βέβαια, είναι τέλειος δοκιμιογράφος, όπως και ο Σεφέρης. Αποδεικνύεται ότι οι ποιητές είναι πολύ καλοί δοκιμιογράφοι».

-H ποίησή σας χαρακτηρίζεται ανθρωποκεντρική. Με ποια σημασία;

«Είναι η αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου. Βέβαια, πέρασε διάφορες φάσεις. Στην αρχή, στις πρώτες συλλογές, ήταν η απορία. Mετά ακολούθησε η οργή, ένα είδος επανάστασης και τώρα έχω φτάσει σ’ ένα σημείο παραδοχής του φαινομένου του θανάτου. Δεν τον θεωρώ, πλέον, κάτι τρομακτικό που θα καταλύσει τη μνήμη και θα τελειώσουν όλα, αλλά ως ένα σημείο του αέναου κύκλου».

-Αυτή είναι μια διαπίστωση, που σε μια συζήτηση, είναι εύκολο να την υποστηρίξει κάποιος. Στην ουσία της, την έχετε αντιμετωπίσει;

«Προσπαθώ μέσα από την ποίηση. Μπορεί βέβαια, να πεθάνεις και να μην το έχεις φτάσει. Να λες, τώρα, ότι φαντάζεσαι τον εαυτό σου να τον χωνεύει η φύση και να τον μετατρέπει σε άλλα υλικά που θα διαιωνιστούν επ’ άπειρο, και όταν έρθει η ώρα του θανάτου σου, να τα κάνεις επάνω σου.

Πιστεύω ότι η ποίηση σε βοηθάει να ζήσεις αλλά και να πεθάνεις. Όσο για την επανάσταση, την εννοώ απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου. Από τη στιγμή που νικάς το φόβο του θανάτου επέρχεται μια λύτρωση, περνάς σ’ ένα άλλο στάδιο. Είναι σαν να ανατρέπεις ένα καθεστώς».

-Το θαύμα, επίσης, στα ποιήματα σας, δείχνει να είναι προϊόν ανθρώπινης βούλησης και επιμονής. Συνδέεται, ακόμα, μ’ ένα ιδιόμορφο θρησκευτικό αίσθημα.

«Η μεταφυσική μου είναι κοσμική, λαϊκή αν θέλεις. Δεν είναι κληρική, δεν έχει καμία σχέση με την εκκλησία, αλλά με τον άνθρωπο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος ό,τι έχει κάνει, καλό ή κακό, το έχει καταφέρει με αυτή την τρομακτική επιμονή, η οποία έφερε και δεινά φοβερά. Σχεδόν, δεν έχει μείνει κανένα μυστικό στον άνθρωπο, και αυτοκαταστρέφεται. Η ερμηνεία του κόσμου, βέβαια, είναι ένα στοιχείο φυτεμένο μέσα του. Δεν ξέρω αν θα καταφέρει να ερμηνεύσει όλο τον κόσμο. Ελπίζω να μην τα καταφέρει ποτέ…»

-Πώς γράφετε;

«Περνάνε και μήνες που δεν γράφω ούτε ένα στίχο. Έρχονται μέρες που σκάβω στο χωράφι και στο μυαλό μου γυρίζουνε στίχοι. Το βράδυ, όταν επιστρέφω στο σπίτι, κάθομαι και τους δουλεύω. Δεν θα παρατήσω, όμως, το σκάψιμο για να τρέξω να σώσω το στίχο. Θα συνεχίσω. Αν είναι κακός ο στίχος θα τον ξεχάσω».

-Τους ξεχνάμε, δηλαδή, τους κακούς στίχους;

«Ελπίζω…»

-Στο ποίημα «Ποιος είπε ότι η ποίηση ωραϊζει» λέτε ότι η ποίηση «σου τρώει τα σωθικά». Συμβαίνει πάντα;

«Η προσπάθειά σου να γράψεις ουσιαστική ποίηση προϋποθέτει μια τρομακτική ένταση. Γερνάει το σώμα, αδειάζει τον άνθρωπο απ’ τα μέσα, κυριολεκτικά. Αυτό συμβαίνει σε οποιονδήποτε δίδεται με πάθος και με ειλικρίνεια σε κάτι. Φεύγουνε κομμάτια από τις σάρκες του, από το σώμα του.

Το κενό, όμως, που δημιουργείται, ξαναγεμίζει με μια άλλου είδους ευτυχία. Η ασκήμια που έχει προκληθεί αντισταθμίζεται όταν έχεις κάνει αυτό που, περίπου, ήθελες».

-“Ο φίλαλλος”, γράφετε, πεθαίνει ο ίδιος λίγο λίγο, σε αντίθεση μ’ εκείνον που νοιάζεται για τους άλλους εκ του ασφαλούς. Οι τελευταίοι, δεν προστατεύονται τελικά από την φθορά;

« Όχι, απλώς είναι εγωιστές».

-Έχουν την εντύπωση ότι θα την γλιτώσουν;

«Αυτό είναι το λάθος τους. Βλέπεις τους βιομήχανους που μαζεύονται στην Ιαπωνία, και συζητάνε αν θα μειώσουν την ατμοσφαιρική ρύπανση σ’ ένα πλανήτη που καταστρέφεται. Θεωρούν τους εαυτούς τους αιώνιους. Ως θεοί αποφασίζουν για την καταστροφή του πλανήτη και το χειρότερο, για να μην μειώσουν τα κέρδη των εταιριών τους, για να μην βάλλουν φίλτρα. Τρομακτικά εγωιστική και υπερφίαλη αυτή η στάση, που φτάνει μέχρι την ηλιθιότητα».

-Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί, ότι μόνο με την “ηλιθιότητα” μπορεί να προχωρήσει ο κόσμος. Η γνώση της ουσίας των πραγμάτων, μάλλον, θεωρείται αντιπαραγωγική.

«Εννοείτε ότι ο άνθρωπος που δεν σκέφτεται, τολμά, ενδεχομένως, περισσότερα από τον άνθρωπο που γνωρίζει και σκέφτεται την συνέπεια των πράξεων του. Δεν ξέρω, όμως, σε τι ωφελεί η ανεξέλεγκτη πρόοδος. Μεγάλοι επιστήμονες, όπως ο Αϊνστάιν για παράδειγμα, νόμιζαν ότι θα είχαν τον έλεγχο της ανακάλυψής τους. Ήξεραν τις καταστροφικές δυνατότητες της ανακάλυψής τους. Κάποιοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου.

Πιστεύω στην αγνή ηλιθιότητα, όπως εκείνη του Ηλίθιου στον Ντοστογιέφσκι. Είναι ένα είδος αγιοσύνης. Θεωρώ θετικό στοιχείο, έναν άνθρωπο ο οποίος απορεί μπροστά στο φαινόμενο μιας παπαρούνας. Από τη στιγμή που αρχίζει και αναλύει τα στοιχεία της παπαρούνας, έχει χάσει αυτό το είδος της αγνείας και άγνοιας. Με αυτή την έννοια, ο πτωχός τω πνεύματι είναι συγκλονιστικός άνθρωπος. Η μακαριότητα του είναι αξιοζήλευτη».

-Υπάρχει η εντύπωση ότι οι ποιητές διαθέτουν αποθέματα ψυχικής γενναιότητας. Ισχύει;

«Tο κακό είναι ότι το περιμένουμε μόνο από τους καλλιτέχνες και τους ποιητές. Κάθε τεχνοκράτης έπρεπε να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Σε πληροφορώ, όμως, ότι υπάρχουν καλλιτέχνες που είναι μπακάληδες, ειδικά στον εικαστικό χώρο. Μπορεί να βρεις έναν ωραίο ταβερνιάρη που να μαγειρεύει καλά και να έχει μια τέλεια αρμονία με την ψυχή του.

Μην ξεχνάτε όμως, ότι ένας καλός ποιητής θα μπορούσε ακόμα να γίνει ένας πολύ κακός δικτάτορας. Στυγνός, αν είναι τελειομανής, και ζητάει από τους ανθρώπους πράγματα που έχει φανταστεί ή έχει καταφέρει μέσα στην τέχνη του».

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, τον Δεκέμβρη του 1997. Ο Αργύρης Χιόνης (22 Απριλίου 1943 – 25 Δεκεμβρίου 2011) ήταν Έλληνας ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα, στα Σεπόλια, από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Στα δεκατέσσερά του, άρχισε να γράφει ποιήματα σε έμμετρο και ομοιοκατάληκτο στίχο, μιμούμενος τις μαντινάδες και τα αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο, που η Κρητικιά μητέρα του τραγουδούσε. Μπήκε πολύ νωρίς στη βιοπάλη γι’ αυτό τελείωσε Νυχτερινό Γυμνάσιο (2ο Νυχτερινό Γυμνάσιο Αθηνών). Εμφανίστηκε στα γράμματα με ποιήματα που δημοσίευσε το 1963 στο περιοδικό Δωδέκατη Ώρα και το 1964 στη Νέα Εστία. Το 1966, σε ηλικία 23 ετών, εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή, τις «Απόπειρες φωτός».  Το 1967, λίγο μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, έφυγε στο εξωτερικό. Πρώτος σταθμός ήταν το Παρίσι όπου, εργαζόμενος σκληρά για το βιοπορισμό του (ως λαντζιέρης, φορτοεκφορτωτής κλπ.), ξεκίνησε να παρακολουθεί βραδινά μαθήματα γαλλικών. Στις αρχές του 1968, ποιήματά του μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν σε έγκυρα ολλανδικά λογοτεχνικά περιοδικά. Λίγο μετά τα γεγονότα του Μάη του ’68 η μεταφράστριά του στην Ολλανδία, Maria Blijstra και ο σύζυγός της, ο συγγραφέας Rein Blijstra, παλιοί φίλοι του Καζαντζάκη και λάτρεις της Ελλάδας, επισκέφθηκαν το Παρίσι για ένα λογοτεχνικό συνέδριο, οπότε και συναντήθηκαν για πρώτη φορά μαζί του και τον προσκάλεσαν στο Άμστερνταμ. Μετά από δεκαπέντε περίπου μέρες ο Αργύρης Χιόνης επιχείρησε το ταξίδι αυτό με πολλές δυσκολίες. Στο σπίτι των Blijstra, γνωρίστηκε με τον ελληνιστή καθηγητή του Πανεπιστημίου Arnold van Gemert και την Ελληνίδα γυναίκα του, που του πρότειναν να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ολλανδία υποσχόμενοι να του βρουν δουλειά. Ο Χιόνης επέστρεψε στο Παρίσι και λίγους μήνες αργότερα έλαβε μήνυμα από την Ολλανδία ότι βρέθηκε δουλειά σ’ έναν εκδότη κλασικών κειμένων, οπότε έφυγε πάλι για το Άμστερνταμ. 

Στο Άμστερνταμ έζησε τα επόμενα οκτώμισι χρόνια. Στην αρχή δούλεψε σκληρά, τόσο για τον βιοπορισμό όσο και για την εκμάθηση της γλώσσας. Του χορηγήθηκε υποτροφία για γράψιμο από την Εταιρεία Συγγραφέων, έγινε δεκτός στους λογοτεχνικούς κύκλους και απέκτησε πρόσβαση στα λογοτεχνικά περιοδικά. Στο εξωτερικό εκδόθηκαν δύο βιβλία του («Σχήματα Απουσίας» και «Μεταμορφώσεις») ενώ βραβεύτηκαν δύο θεατρικά έργα του «Ο Ρήτορας» και «Αυτός εκτός και εντός του κοστουμιού του», σε διαγωνισμό που είχαν προκηρύξει για τις Κάτω Χώρες ο θεατρικός οργανισμός Sater και το λογοτεχνικό περιοδικό Soma, το 1971. Τελικά διορίστηκε δάσκαλος ελληνικών στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο και παράλληλα εγγράφηκε, με κρατική υποτροφία, στη Σχολή Ιταλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ. Το 1977 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου δούλεψε ως μεταφραστής, συνέγραψε μια σειρά παιδικών εκπομπών για το ραδιόφωνο και έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στο ετήσιο Διεθνές Συγγραφικό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Iowa. Το 1982 προσλήφθηκε, κατόπιν διαγωνισμού, ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες για τα επόμενα δέκα χρόνια. Το 1992 παραιτήθηκε από τη θέση αυτή και αποσύρθηκε σ’ ένα μικρό χωριό της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολήθηκε ως το τέλος της ζωής του μόνο με την καλλιέργεια της γης και της ποίησης. Ποιήματα και πεζογραφήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σερβοκροατικά και ρουμάνικα. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων. Τα τελευταία 20 χρόνια έζησε στην επαρχία ως αγρότης και συγγραφέας, αλλά πέθανε – από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου – στην Αθήνα όπου βρέθηκε, όπως κάθε χρόνο, για να περάσει με φίλους τα Χριστούγεννα του 2011.

Εργογραφία

Ποίηση: Απόπειρες φωτός. Αθήνα, Δωδεκάτη ώρα, (1966). Σχήματα Απουσίας. Αθήνα, Αρίων, (1973). Μεταμορφώσεις. έκδοση του ιδίου, Αθήνα (1974). Τύποι ήλων. Θεσσαλονίκη, Εγνατία / Τραμ, (1978). Λεκτικά τοπία. Αθήνα, Καστανιώτης (1983). Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη. Αθήνα, Υάκινθος, (1986). Εσωτικά τοπία. Αθήνα, Νεφέλη, (1991, 1999). Ο ακίνητος δρομέας. Αθήνα, Νεφέλη, (1996, 2000). Ιδεογράμματα. Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, (1997). Τότε που η σιωπή τραγούδησε και άλλα ασήμαντα περιστατικά. Αθήνα, Νεφέλη, (2000). Στο υπόγειο. Αθήνα, Νεφέλη, (2004). Η φωνή της σιωπής: Ποιήματα 1966-2000. Αθήνα, Νεφέλη, (2006). Μέρες ποίησης [συλλογικό έργο]. Αθήνα, Γαβριηλίδης, (2007). Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, Ποίηση δωματίου Αθήνα, Γαβριηλίδης, (2010). Παίγνια [συλλογικό έργο]. Αθήνα, Futura, (2011).

Αφηγήματα: Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα. Αθήνα, Αιγόκερως, (1981). Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς. Αθήνα, Πατάκης, (1995). Τρία μαγικά παραμύθια. Αθήνα, Πατάκης, (1998). Όντα και μη όντα. Αθήνα, Γαβριηλίδης, (2006). Περί αγγέλων και δαιμόνων. Αθήνα, Γαβριηλίδης, (2007). Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες. Αθήνα, Κίχλη, (2008). Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες – Ο ρήτορας ή ο κανιβαλισμός: Αυτός εκτός και εντός του κοστουμιού του (τρία μονόπρακτα). Αθήνα, Κίχλη, (2009).

Μεταφράσεις: Octavio Paz, Ποιήματα. Αθήνα, Σπηλιώτης, (1981). Howard Fast, Οι μετανάστες, Αθήνα, Bell, (1981). Jeffrey Archer, Κάιν και Άβελ, Αθήνα, Bell, (1982). Russel Edson, Όταν το ταβάνι κλαίει (ποίηση). Αθήνα, Αιγόκερως, (1986). Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση. Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, (1997). Jane Austen, Περηφάνια και Προκατάληψη. Αθήνα, Πατάκης, (1997, 2000). Henri Michaux, Με το αγκίστρι στην καρδιά, Αθήνα, Γαβριηλίδης, (2003). Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα [συλλογικό έργο, ανθολόγηση Μαρία Λαϊνά, συλλογική μετάφραση]. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, (2007). Nikanor Parra, Ποιήματα επείγουσας ανάγκης. Αθήνα, Γαβριηλίδης, (2008).

Advertisements