Το χρονικό του Χρόνου

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων έδινε κάποτε μία διάλεξη για την αστρονομία. Έλεγε ότι η Γη είναι ένας σφαιρικός πλανήτης του ηλιακού συστήματος που κινείται γύρω από το κέντρο του, τον Ήλιο, και ότι ο Ήλιος είναι ένα άστρο που, με την σειρά του, κινείται γύρω από το κέντρο του αστρικού συστήματος, που ονομάζουμε Γαλαξία. Στο τέλος της διάλεξης, η Ντάμα την κοίταξε θυμωμένη με επιτιμητικό ύφος. «Αυτά που λες είναι ανοησίες. Η Γη δεν είναι παρά ένα Μεγάλο Τραπουλόχαρτο. Είναι λοιπόν επίπεδη σαν όλα τα Τραπουλόχαρτα.» της είπε, και στράφηκε περήφανα προς τα μέλη της συνοδείας της, που έδειχναν φανερά ικανοποιημένα από την εξήγηση της. Η Αλίκη χαμογέλασε υπεροπτικά. «Και σε τι στηρίζεται αυτό το Τραπουλόχαρτο;» ρώτησε με ειρωνεία. Η Ντάμα δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται. «Είσαι έξυπνη, πολύ έξυπνη», απάντησε. «Μάθε λοιπόν μικρή μου πως αυτό το Τραπουλόχαρτο στηρίζεται σε ένα άλλο, και εκείνο το άλλο σε ένα άλλο άλλο και εκείνο το άλλο άλλο σε ένα άλλο άλλο άλλο…». Σταμάτησε λαχανιασμένη. «Το Σύμπαν δεν είναι παρά μια Μεγάλη Τράπουλα», τσίριξε.

Φυσικά, οι περισσότεροι θα έβρισκαν γελοία αυτήν την εικόνα για το Σύμπαν και τη Γη που στηρίζεται σε μία άπειρη σειρά από τραπουλόχαρτα. Θα μπορούσαν όμως να εξηγήσουν το γιατί; Θα μπορούσαν να περιγράψουν τη δική τους εικόνα για το Σύμπαν και να αποδείξουν πως είναι η σωστή; Τι γνωρίζουν οι άνθρωποι για το Σύμπαν και πώς το γνωρίζουν; Από πού προέρχεται το Σύμπαν και πού πηγαίνει; Υπήρξε αρχή του Σύμπαντος και, αν ναι, τι υπήρξε πριν από αυτήν; Θα υπάρξει τέλος του Σύμπαντος και, αν ναι, τι θα υπάρξει μετά από αυτό; Τι γνωρίζουν οι άνθρωποι για το χρόνο; Υπήρξε αρχή του χρόνου; Θα υπάρξει τέλος του χρόνου;

Η σύγχρονη φυσική, με τη βοήθεια και των καταπληκτικών νέων τεχνολογιών, προτείνει απαντήσεις σε αυτά τα αιώνια ερωτήματα. Στο μέλλον αυτές οι απαντήσεις θα μας φαίνονται τόσο ευνόητες όσο μας φαίνεται σήμερα ότι η Γη είναι σφαιρική και κινείται γύρω από τον Ήλιο — ή τόσο ανόητες όσο ότι η Γη είναι επίπεδη και στηρίζεται σε μία άπειρη σειρά από τραπουλόχαρτα. Ευνόητες ή ανόητες; Μόνον ο χρόνος θα δείξει — ό,τι και αν είναι αυτό που ονομάζεται «χρόνος».

Ήδη από το 340 π.Χ., ο Αριστοτέλης, στο βιβλίο του Περί Ουρανού, ήταν σε θέση να υποστηρίξει με δύο επιχειρήματα την πεποίθηση του για μία Γη σφαιρική και όχι επίπεδη. Το πρώτο επιχείρημα βασιζόταν στην κατανόηση του φαινομένου των εκλείψεων της Σελήνης: ο Αριστοτέλης γνώριζε ότι προκαλούνται από την παρεμβολή της Γης ανάμεσα στη Σελήνη και τον Ήλιο. Η σκιά της Γης πάνω στη Σελήνη έχει πάντοτε κυκλικό σχήμα· η παρατήρηση αυτή οδήγησε τον Αριστοτέλη στο συμπέρασμα ότι η Γη είναι σφαιρική. (Αν η Γη ήταν επίπεδη με κυκλικά όρια, τις περισσότερες φορές η σκιά της πάνω στη Σελήνη θα ήταν ελλειψοειδής και όχι κυκλική). Το δεύτερο επιχείρημα βασιζόταν στην παρατήρηση ότι ο Πολικός αστέρας φαίνεται χαμηλότερα στο στερέωμα όταν κάποιος βρίσκεται στις νοτιότερες περιοχές της Γης, και ψηλότερα όταν βρίσκεται στις βορειότερες. Από τη διαφορά των φαινομενικών θέσεων του Πολικού αστέρα στην Αίγυπτο και την Ελλάδα, οι αστρονόμοι της εποχής του Αριστοτέλη κατόρθωσαν να υπολογίσουν το μήκος της περιμέτρου της Γης με αρκετή ακρίβεια για την εποχή τους. Οι Έλληνες είχαν και ένα τρίτο επιχείρημα για το ότι η Γη πρέπει να είναι σφαιρική: για ποιον άλλο λόγο βλέπουμε πρώτα το κατάρτι του πλοίου που προβάλλει στον ορίζοντα, και ύστερα ολόκληρο το σκάφος;

Ο Αριστοτέλης φαντάστηκε πως η Γη είναι ακίνητη στο κέντρο του Σύμπαντος, και ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πλανήτες και τα άστρα κινούνται γύρω της σε κυκλικές τροχιές. Υποστήριζε ότι, αφού όλα τα σώματα φαίνεται, καθώς πέφτουν, να έχουν την τάση να φτάσουν σε κάποιο σημείο, το κέντρο της Γης, αυτό πρέπει να είναι και το κέντρο του Σύμπαντος· για τα ουράνια σώματα, που φαίνονται διαφορετικά από τα άλλα γιατί δεν πέφτουν, πίστευε ότι ταιριάζουν οι κυκλικές τροχιές, επειδή είναι οι τελειότερες. Τον δεύτερο μ.Χ. αιώνα ο Πτολεμαίος επεξεργάστηκε αυτήν την εικόνα για το Σύμπαν και δημιούργησε ένα πλήρες αστρονομικό μοντέλο: Η Γη στέκει ακίνητη στο κέντρο και περιβάλλεται από οκτώ μεγάλες σφαίρες που μεταφέρουν τα ουράνια σώματα· πάνω σ’ αυτές κινούνται η Σελήνη, ο Ήλιος και οι πέντε πλανήτες που ήταν τότε γνωστοί (Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας, Κρόνος).

Οι πλανήτες κινούνται επίσης σε μικρότερους κύκλους συνδεδεμένους με τις αντίστοιχες σφαίρες· έτσι είναι δυνατό να εξηγηθούν οι αρκετά πολύπλοκες τροχιές των πλανητών στον ουρανό. Η εξωτερική σφαίρα μεταφέρει τους ονομαζόμενους απλανείς αστέρες, δηλαδή όλα τα άστρα (πλην των πλανητών) που παραμένουν σταθερά στις ίδιες θέσεις το καθένα σχετικά με τα άλλα, αλλά κινούνται όλα μαζί στον ουρανό γύρω από τον Πολικό αστέρα. Στην κοσμολογία του πτολεμαικού συστήματος ουδέποτε έγινε σαφής αναφορά σε ό,τι βρίσκεται πέρα από την εξωτερική σφαίρα των άστρων. Αυτό το μέρος του Σύμπαντος δεν φαινόταν να ανήκει στη σφαίρα των ανθρώπινων γνώσεων.

Το αστρονομικό μοντέλο του Πτολεμαίου αποτελούσε ένα αρκετά ακριβές σύστημα που έδινε τη δυνατότητα να προβλεφθούν οι θέσεις των ουράνιων σωμάτων στο στερέωμα. Για να επιτύχει όμως τη συμφωνία των προβλέψεων με τις αστρονομικές παρατηρήσεις της εποχής του, ο Πτολεμαίος αναγκάστηκε να υποθέσει ότι η Σελήνη έρχεται κάποτε στη μισή απόσταση από τη Γη απ’ ό,τι συνήθως. Πρέπει, λοιπόν, κάποτε να φαίνεται διπλάσια απ’ ό,τι φαίνεται συνήθως! Παρά την ανωμαλία αυτή, που την είχε αναγνωρίσει και ο ίδιος ο Πτολεμαίος, το αστρονομικό μοντέλο του το αποδέχτηκαν οι περισσότεροι επιστήμονες στους αιώνες που ακολούθησαν. Το αποδέχθηκε και η χριστιανική εκκλησία, ως εικόνα του Σύμπαντος που συμφωνεί με τις γραπτές παραδόσεις της και έχει το μεγάλο πλεονέκτημα να αφήνει αρκετό χώρο για τον Παράδεισο και την Κόλαση, πέρα από την εξωτερική σφαίρα των άστρων.

Το 1515, ένας Πολωνός ιερέας, ο Νικόλαος Κοπέρνικος πρότεινε ένα απλούστερο μοντέλο. (Στην αρχή μάλιστα, ίσως από φόβο μήπως η εκκλησία τον κατηγορήσει σαν αιρετικό, ο Κοπέρνικος διέδιδε τις ιδέες του ανώνυμα). Το αστρονομικό μοντέλο του Κοπέρνικου βασιζόταν στις κοσμολογικές αντιλήψεις του Αρίσταρχου που, ήδη από τα μέσα του τρίτου π.Χ. αιώνα, υπέθεσε ότι ο Ήλιος είναι αυτός που στέκει ακίνητος στο κέντρο του Σύμπαντος, και ότι η Γη και οι πλανήτες κινούνται γύρω του. Πέρασε όμως ακόμη ένας αιώνας πριν ληφθεί σοβαρά υπόψη αυτό το μοντέλο. Τότε, δύο αστρονόμοι, ο Κέπλερ και ο Γαλιλαίος, άρχισαν να υποστηρίζουν δημόσια την κοπερνίκεια θεωρία, μολονότι οι τροχιές που προέβλεπε δεν συμφωνούσαν απόλυτα με τα δεδομένα των αστρονομικών μετρήσεων. Η χαριστική βολή στην αριστοτελική/πτολεμαϊκή θεωρία δόθηκε το 1609.
Την χρονιά εκείνη ο Γαλιλαίος άρχισε να παρατηρεί τον ουρανό με το τηλεσκόπιο, που μόλις είχε εφευρεθεί.

Όταν λοιπόν ο Γαλιλαίος έστρεψε το τηλεσκόπιο του προς το Δία είδε ότι αυτόν τον πλανήτη τον συνόδευαν αρκετοί μικροί δορυφόροι, που περιφέρονταν σε τροχιές γύρω του. Αυτό σήμαινε ότι τα ουράνια σώματα δεν περιστρέφονται μόνο γύρω από το κέντρο της Γης (όπως υποστήριζε ο Αριστοτέλης) ή γύρω από τα αόρατα κέντρα υποθετικών μικρών κύκλων, που και αυτοί περιστρέφονταν γύρω από το κέντρο της Γης (όπως υποστήριζε ο Πτολεμαίος). (Βέβαια, ήταν ακόμη δυνατό να πιστεύει κανείς πως οι δορυφόροι του Δία κινούνται στην πραγματικότητα γύρω από το κέντρο της Γης αλλά σε τόσο εξαιρετικά πολύπλοκες τροχιές ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι κινούνται γύρω από το κέντρο του Δία. Παρ’ όλα αυτά, η κοπερνίκεια θεωρία ήταν πολύ πιο απλή). Την ίδια εποχή ο Κέπλερ τροποποίησε αυτό το μοντέλο, προτείνοντας ότι οι ακριβείς τροχιές των πλανητών είναι ελλείψεις και όχι κύκλοι. (Μια έλλειψη είναι ένας πεπλατυσμένος κύκλος). Τώρα πια, οι προβλέψεις συμφωνούσαν απόλυτα με τις παρατηρήσεις.

Για τον ίδιο τον Κέπλερ οι ελλειπτικές τροχιές ήταν μόνο μία αναγκαστική (και αρκετά ενοχλητική) υπόθεση, επειδή ήταν φανερό ότι είναι λιγότερο τέλειες από τις κυκλικές. Έχοντας ανακαλύψει σχεδόν συμπτωματικά ότι συμφωνούν με τις παρατηρήσεις, δεν μπορούσε να τις συσχετίσει με την υπόθεση της ύπαρξης κάποιων μαγνητικών δυνάμεων που, όπως φανταζόταν, ανάγκαζαν τους πλανήτες να κινηθούν γύρω από τον Ήλιο. Μία εξήγηση των ελλειπτικών τροχιών δόθηκε πολύ αργότερα, το 1687, όταν ο Νεύτων δημοσίευσε το βιβλίο του «Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας», ίσως το σημαντικότερο βιβλίο στην ιστορία των επιστημών. Σε αυτό ο Νεύτων δημιούργησε όχι μόνον μια θεωρία φυσικής για το πώς κινούνται τα σώματα στο χώρο και το χρόνο αλλά και τα πολύπλοκα μαθηματικά που χρειάζονταν για να αναλυθούν αυτές οι κινήσεις. Επί πλέον, υπέθεσε ένα νόμο παγκόσμιας βαρυτικής έλξης, σύμφωνα με τον οποίο κάθε σώμα στο Σύμπαν έλκει όλα τα υπόλοιπα με μία δύναμη που είναι τόσο πιο μεγάλη όσο πιο «βαριά» είναι τα σώματα και όσο πιο κοντά βρίσκονται μεταξύ τους. Αυτή ακριβώς η δύναμη κάνει τα σώματα να πέφτουν προς το κέντρο της Γης. (Η ιστορία ότι ο Νεύτων εμπνεύστηκε τη θεωρία του από ένα μήλο που έπεσε στο κεφάλι του, είναι μάλλον μύθος. Το μόνο που αναφέρει ο ίδιος είναι ότι συνέλαβε την ιδέα της βαρύτητας ως παγκόσμιας έλξης καθώς συλλογιζόταν κάποτε «με μια διάθεση ενατένισης» και «με αφορμή την πτώση ενός μήλου»). Στη συνέχεια ο Νεύτων απέδειξε ότι, σύμφωνα με τον νόμο του, η βαρυτική έλξη μεταξύ των ουράνιων σωμάτων είναι η δύναμη που αναγκάζει τη Σελήνη σε ελλειπτική τροχιά γύρω από τη Γη, και τη Γη και τους πλανήτες σε ελλειπτική τροχιά γύρω από τον Ήλιο.

Το κοπερνίκειο αστρονομικό μοντέλο εγκατέλειψε τις ουράνιες σφαίρες του Πτολεμαίου, και μαζί με αυτές την ιδέα ότι το Σύμπαν έχει κάποιο φυσικό όριο. Αφού οι «απλανείς αστέρες», όπως ακριβώς και ο Ήλιος, δεν κινούνται (η φαινομενική κίνηση τους γύρω από τον Πολικό αστέρα προκαλείται από την περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονα της), ήταν λογικό να υποθέσει κανείς ότι αυτά τα άστρα είναι αντικείμενα παρόμοια με τον Ήλιο, απλώς βρίσκονται πολύ πιο μακριά. Διαμορφώθηκε λοιπόν μία εικόνα για το Σύμπαν όπου ο Ήλιος και τα άλλα άστρα είναι στην πραγματικότητα ακίνητα μέσα στο Διάστημα.

Ο Νεύτων όμως καταλάβαινε ότι, σύμφωνα με τη θεωρία του για τη βαρύτητα, τα άστρα θα έλκονταν μεταξύ τους, οπότε και θα αναγκάζονταν να κινηθούν. Μήπως λοιπόν πέφτουν όλα μαζί προς κάποιο σημείο; Ο Νεύτων υποστήριξε ότι αυτό θα συνέβαινε αν υπήρχε ένα πεπερασμένο πλήθος άστρων διασκορπισμένων σε μία πεπερασμένη περιοχή του χώρου. Αν όμως υπήρχε ένα μη πεπερασμένο πλήθος άστρων κατανεμημένων ομοιόμορφα σε έναν απεριόριστο χώρο, επειδή ακριβώς δεν θα υπήρχε κανένα κεντρικό σημείο προς το οποίο να κινηθούν, τα άστρα θα παρέμεναν ακίνητα, σε ισορροπημένες σταθερές αποστάσεις μεταξύ τους.

Ο συλλογισμός αυτός δείχνει τις παγίδες που κινδυνεύει να συναντήσει κανείς όταν μιλάει για το άπειρο. Σε ένα άπειρο Σύμπαν κάθε άστρο μπορεί να θεωρηθεί ως κεντρικό σημείο, αφού προς όλες τις κατευθύνσεις γύρω του υπάρχει ένα άπειρο πλήθος άστρων. Η σωστή προσέγγιση στο πρόβλημα της κίνησης των άπειρων άστρων σε έναν άπειρο χώρο είναι λοιπόν διαφορετική. Όπως αποδείχτηκε πολύ αργότερα, πρέπει πρώτα να θεωρήσουμε την πεπερασμένη περιοχή, όπου όλα τα άστρα πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο, και ύστερα να αναρωτηθούμε για το τι θα συμβεί αν προσθέσουμε και άλλα άστρα γύρω από αυτήν. Σύμφωνα με το νόμο του Νεύτωνα, αν τα πρόσθετα άστρα κατανεμηθούν ομοιόμορφα, κάθε άστρο που βρίσκεται στο εσωτερικό της πεπερασμένης περιοχής θα συνεχίσει να κινείται όπως ακριβώς και πριν (αφού οι επιδράσεις των πρόσθετων άστρων πάνω του θα αλληλοεξουδετερώνονται). Τίποτε λοιπόν δεν θα αλλάξει· τα άστρα θα συνεχίσουν να πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο. Όσα άστρα και αν προσθέσουμε, αυτή η κίνηση θα διατηρηθεί. Σήμερα γνωρίζουμε πως ένα κοσμολογικό μοντέλο δεν μπορεί να περιγράφει ένα άπειρο στατικό Σύμπαν, όπου η βαρύτητα είναι πάντοτε ελκτική.

Είναι ενδιαφέρον, αλλά και ενδεικτικό του γενικού κλίματος που επικρατούσε στη σκέψη των ανθρώπων πριν από τον 20ό αιώνα, το ότι κανένας δεν φαντάστηκε πως το Σύμπαν θα μπορούσε να διαστέλλεται ή να συστέλλεται. Ήταν γενικά παραδεκτό ότι το Σύμπαν ή υπήρχε αμετάβλητο από πάντα ή δημιουργήθηκε σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή στο παρελθόν, στην ίδια περίπου κατάσταση με τη σημερινή του. Σε αυτές τις κοσμολογικές αντιλήψεις κυριαρχούσε η τάση των ανθρώπων να αναζητούν αιώνιες αλήθειες, όπως επίσης και η ασφάλεια που βρίσκουν στη σκέψη ότι, αν και οι ίδιοι γερνούν και πεθαίνουν, το Σύμπαν είναι άφθαρτο και αιώνιο.

Βέβαια, μερικοί καταλάβαιναν ότι, σύμφωνα με τη νευτώνια θεωρία της βαρύτητας, το Σύμπαν δεν μπορεί να είναι στατικό· δεν σκέφτηκαν όμως ότι μπορεί να διαστέλλεται. Αντί γ ι ‘ αυτό, επιχείρησαν να τροποποιήσουν την ίδια τη θεωρία, προτείνοντας ότι η βαρυτική δύναμη κάνει να απωθούνται και όχι να έλκονται όσα σώματα βρίσκονται σε πάρα πολύ μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους. Η υπόθεση αυτή δεν είχε σημαντική επίδραση στις προβλέψεις των κινήσεων των πλανητών, αλλά αντιμετώπιζε το πρόβλημα της κίνησης των άστρων. Οι δυνάμεις άπωσης από τα άστρα που βρίσκονταν πιο μακριά εξισορροπούσαν τις δυνάμεις έλξης απ’ όσα βρίσκονταν πιο κοντά· έτσι κάθε άστρο θα μπορούσε να παραμείνει σε σταθερή απόσταση από τα άλλα. Παρ’ όλα αυτά, όπως γνωρίζουμε σήμερα, μία τέτοια ισορροπία θα ήταν ασταθής: αν σε κάποια περιοχή τα άστρα πλησίαζαν λίγο μεταξύ τους, οι δυνάμεις έλξης θα γίνονταν μεγαλύτερες από τις δυνάμεις άπωσης, οπότε τα άστρα θα άρχιζαν να συγκεντρώνονται προς κάποιο σημείο. Αν αντίθετα σε κάποια περιοχή τα άστρα απομακρύνονταν λίγο μεταξύ τους, οι δυνάμεις άπωσης θα γίνονταν μεγαλύτερες από τις δυνάμεις έλξης, οπότε τα άστρα θα διασκορπίζονταν ακόμη περισσότερο.

Μια άλλη αντίρρηση στην υπόθεση του άπειρου στατικού Σύμπαντος αποδίδεται συνήθως στον Γερμανό φιλόσοφο Heinrich Olbers, που έγραψε για το συγκεκριμένο θέμα το 1823. (Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα είχε ήδη επισημανθεί από κάποιους συγκαιρινούς του Νεύτωνα· το άρθρο του Olbers δεν ήταν καν το πρώτο που περιείχε συναφή επιχειρηματολογία, ήταν όμως το πρώτο που προσέχτηκε τόσο πολύ). Το πρόβλημα συνίσταται στο εξής: Ας ονομάσουμε «γραμμή όρασης» μια ευθεία γραμμή που εκτείνεται από το σημείο όπου βρίσκεται ένας παρατηρητής προς κάποιο σημείο του οπτικού του πεδίου. Σε ένα άπειρο στατικό Σύμπαν, όλες οι γραμμές όρασης πρέπει να καταλήγουν στην επιφάνεια κάποιου άστρου, αφού τα άστρα είναι άπειρα και βρίσκονται σε κάθε σημείο του οπτικού πεδίου. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι ολόκληρος ο ουρανός θα φαινόταν τόσο φωτεινός όσο και ο Ήλιος, ακόμη και τη νύχτα. Το αντεπιχείρημα του Olbers ήταν ότι το φως από τα πολύ μακρινά άστρα το απορροφά η ύλη που παρεμβάλλεται μεταξύ των άστρων αυτών και του παρατηρητή. Αν όμως συνέβαινε πράγματι κάτι τέτοιο, αυτή η ύλη σταδιακά θα θερμαινόταν, και κάποτε θα άρχιζε και αυτή να φωτοβολεί σαν τα άστρα. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε το συμπέρασμα ότι ολόκληρος ο νυχτερινός ουρανός πρέπει να είναι λαμπρός σαν την επιφάνεια του Ήλιου, είναι να υποθέσουμε ότι τα άστρα δεν ήταν από πάντα φωτεινά, αλλά άρχισαν να λάμπουν μετά από κάποια, σχετικά πρόσφατη χρονική στιγμή του παρελθόντος. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε είτε η παρεμβαλλόμενη ύλη να μην έχει ακόμη θερμανθεί αρκετά (ώστε να φωτοβολεί σαν τα άστρα), είτε το φως από τα άστρα που βρίσκονται στις μακρινές περιοχές του Σύμπαντος να μην έχει φτάσει ακόμη στη Γη. Και αυτό ακριβώς μας οδηγεί στο ερώτημα: πότε άρχισαν να λάμπουν τα άστρα και γιατί;

Φυσικά, η αρχή του Σύμπαντος είχε συζητηθεί πολύ νωρίτερα. Σύμφωνα με κάποιες παλαιότερες κοσμολογικές παραδόσεις και την ιουδαϊκή/χριστιανική/μουσουλμανική παράδοση, το Σύμπαν άρχισε να υπάρχει μετά από κάποια όχι και πολύ μακρινή χρονική στιγμή του παρελθόντος. Ένα επιχείρημα για μία τέτοια αρχή βασίζεται στην αίσθηση ότι είναι αναγκαίο να έχουμε κάποια «Πρώτη Αιτία» για να εξηγήσουμε την ύπαρξη του Σύμπαντος. (Μέσα στο Σύμπαν εξηγούμε πάντοτε ένα γεγονός ως αποτέλεσμα κάποιου προηγούμενου που αποτελεί την αιτία του· όμως, η ύπαρξη ολόκληρου του Σύμπαντος θα μπορούσε να εξηγηθεί με ανάλογο τρόπο μόνο αν και το ίδιο είχε κάποια αρχή). Ένα άλλο επιχείρημα πρότεινε ο θεολόγος της χριστιανικής θρησκείας Αυγουστίνος, το 400 μ.Χ. Κατά τον Αυγουστίνο ο ρυθμός προόδου του πολιτισμού, κρίνοντας από την εκτέλεση σπουδαίων έργων ή την ανάπτυξη χρήσιμων τεχνικών, δείχνει ότι η αρχή της ύπαρξης του ανθρώπινου είδους πρέπει να προσδιοριστεί περίπου στο 5.000 π.Χ. Αυτή λοιπόν πρέπει να είναι και η ηλικία του Σύμπαντος που, σύμφωνα με τις γραπτές παραδόσεις της χριστιανικής θρησκείας, δημιουργήθηκε μαζί με το ανθρώπινο είδος. (Είναι ενδιαφέρον πάντως ότι αυτή η εποχή — για την αρχή της ύπαρξης του ανθρώπινου είδους — δεν απέχει και πολύ από το τέλος της τελευταίας εποχής των παγετώνων, γύρω στο 10.000 π.Χ., που, όπως λένε οι αρχαιολόγοι, είναι πραγματικά η εποχή της αρχής του ανθρώπινου πολιτισμού).

Αντίθετα, ο Αριστοτέλης και οι περισσότεροι Έλληνες φιλόσοφοι δεν δέχονταν την ιδέα μιας Δημιουργίας που η εξήγηση της βασίζεται στην παρέμβαση ανεξήγητων θαυμάτων. Πίστευαν ότι και το ανθρώπινο είδος και ο Κόσμος γύρω του υπήρχαν από πάντα και θα υπάρχουν για πάντα. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ήδη αντιμετωπίσει το επιχείρημα για την πρόοδο που αναφέρθηκε προηγουμένως, θεωρώντας ότι συμβαίνουν κατακλυσμοί ή
άλλες καταστροφές που κάθε φορά ξαναφέρνουν το ανθρώπινο είδος πίσω στην αρχή του πολιτισμού.

Τα ερωτήματα για το αν το Σύμπαν είχε μία αρχή στο χρόνο και αν είναι περιορισμένο στο χώρο τα εξέτασε ο φιλόσοφος Immanuel Kant στο μνημειώδες (και πολύ σκοτεινό) έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου, που δημοσιεύτηκε το 1781. Ο Kant ονόμασε αυτά τα ερωτήματα αντινομίες (δηλαδή αντιφάσεις) της καθαρής λογικής ανάλυσης επειδή νόμιζε πως υπάρχουν εξίσου πειστικά επιχειρήματα για την αλήθεια και της θέσης (ότι δηλαδή το Σύμπαν είχε μία αρχή) και της αντίθεσης (ότι δηλαδή υπήρχε από πάντα). Το επιχείρημα του για τη θέση ήταν ότι αν το Σύμπαν δεν είχε μία αρχή, θα υπήρχε μία άπειρη περίοδος χρόνου πριν από οποιοδήποτε γεγονός, πράγμα που το θεώρησε παράλογο. Το επιχείρημα του για την αντίθεση ήταν ότι αν το Σύμπαν είχε μία αρχή, θα υπήρχε μία άπειρη περίοδος χρόνου πριν από αυτήν γιατί λοιπόν το Σύμπαν να αρχίσει να υπάρχει σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή και όχι σε κάποια άλλη; Στην πραγματικότητα, και οι δύο συλλογισμοί αναπτύσσονται με βάση την ίδια προϋπόθεση: ότι ο χρόνος συνεχίζεται για πάντα προς τα πίσω, είτε το Σύμπαν υπάρχει από πάντα είτε όχι. Όπως θα δούμε όμως, η έννοια του χρόνου δεν έχει νόημα πριν από την αρχή του Σύμπαντος. Αυτό το διατύπωσε για πρώτη φορά ο Αυγουστίνος. Όταν τον ρωτούσαν «τι έκανε ο Θεός πριν δημιουργήσει το Σύμπαν», ο Αυγουστίνος (αντί να απαντά ότι σ’ αυτό το διάστημα «ο Θεός προετοίμαζε την Κόλαση για όσους έκαναν τέτοιες ερωτήσεις»!) υποστήριζε πως ο χρόνος είναι μια ιδιότητα του Σύμπαντος· συνεπώς δεν υφίσταται χρόνος πριν από την αρχή του Σύμπαντος.

Πριν το 1929, όταν οι περισσότεροι πίστευαν σε ένα ουσιαστικά στατικό και αμετάβλητο Σύμπαν, το ερώτημα αν το Σύμπαν είχε μία αρχή ή όχι ανήκε στην πραγματικότητα στο χώρο της μεταφυσικής ή της θεολογίας. Τα παρατηρούμενα φαινόμενα εξηγούνταν εξίσου καλά ή με τη θεωρία ότι το Σύμπαν υπήρχε από πάντα ή με τη θεωρία ότι άρχισε να υπάρχει από κάποτε αλλά έτσι που να φαίνεται ότι υπήρχε από πάντα. Το 1929 όμως ο αστρονόμος Edwin Hubble έκανε τη μνημειώδη παρατήρηση ότι οι μακρινοί γαλαξίες κινούνται απομακρυνόμενοι γρήγορα από εμάς. Με άλλα λόγια, το Σύμπαν διαστέλλεται. Αυτό σημαίνει ότι στο παρελθόν τα αντικείμενα βρίσκονταν πιο κοντά μεταξύ τους απ’ όσο σήμερα. Φαίνεται μάλιστα σαν να υπήρξε μια εποχή, πριν από δέκα με είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια, που όλα τα αντικείμενα βρίσκονταν στην ίδια ακριβώς περιοχή και έτσι η πυκνότητα του Σύμπαντος ήταν άπειρη. Η ανακάλυψη αυτή έφερε επιτέλους το ερώτημα για την αρχή του Σύμπαντος από το χώρο της μεταφυσικής και της θεολογίας στο χώρο της επιστήμης.

Οι παρατηρήσεις του Hubble οδήγησαν στην υπόθεση ότι υπήρξε κάποια στιγμή, η στιγμή της λεγόμενης Μεγάλης έκρηξης, που το Σύμπαν ήταν απείρως μικρό και απείρως πυκνό. Κάτω από τέτοιες συνθήκες θα κατέρρεαν όλοι οι φυσικοί νόμοι, οπότε δεν θα υπήρχε κανένας προσδιορισμός του μέλλοντος. Ό,τι συνέβη πριν — αν υπήρξε κάτι πριν — από εκείνη τη στιγμή, δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να επηρεάσει ό,τι θα συνέβαινε μετά. Είναι συνεπώς δυνατό να αγνοήσουμε την ύπαρξη γεγονότων που προηγήθηκαν της Μεγάλης έκρηξης, αφού στη συνέχεια δεν θα είχαν κανένα παρατηρήσιμο αποτέλεσμα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο χρόνος είχε μία αρχή στη Μεγάλη έκρηξη, με την έννοια ότι ο προηγούμενος χρόνος δεν είναι δυνατό να οριστεί. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι αυτή η αρχή του χρόνου διαφέρει πολύ από εκείνην που εξετάσαμε πρωτύτερα.

Μέσα σε ένα αμετάβλητο Σύμπαν δεν υπάρχει καμία φυσική αναγκαιότητα που να επιβάλλει την ύπαρξη μιας αρχής του χρόνου· επίσης, δεν υπάρχει καμία φυσική αναγκαιότητα που να προσδιορίζει την συγκεκριμένη στιγμή μιας τέτοιας αρχής. Αν παρ’ όλα αυτά σε ένα αμετάβλητο Σύμπαν υπήρξε μια αρχή του χρόνου, αυτήν θα έπρεπε να την είχε επιβάλει και προσδιορίσει κάποιο υπερφυσικό Ον έξω από αυτό. Θα μπορούσε λοιπόν τότε να φανταστεί κανείς έναν παντοδύναμο Θεό που δημιούργησε ένα τέτοιο Σύμπαν σε οποιαδήποτε στιγμή του παρελθόντος το θέλησε. Αντίθετα, στο διαστελλόμενο Σύμπαν υπάρχει κάποια φυσική αναγκαιότητα που επιβάλλει μία αρχή του χρόνου (η αρχική έκρηξη είναι αναγκαία φυσική αιτία για να προκληθεί η διαστολή) και που προσδιορίζει τη συγκεκριμένη στιγμή αυτής της αρχής (τη στιγμή της Μεγάλης έκρηξης). Θα μπορούσε λοιπόν και τώρα να φανταστεί κανείς έναν Θεό που δημιούργησε το Σύμπαν τη στιγμή της Μεγάλη έκρηξης ή και μετά, σε οποιαδήποτε στιγμή μετά τη Μεγάλη έκρηξη το θέλησε (αφού θα μπορούσε να δημιουργήσει το Σύμπαν απ’ ευθείας σε μία μεταγενέστερη κατάσταση, έτσι που να φαίνεται σαν να υπήρξε στο παρελθόν του μία Μεγάλη έκρηξη). Αυτός όμως ο Θεός δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει το Σύμπαν πριν τη Μεγάλη έκρηξη, ακόμη και αν το ήθελε! Βλέπουμε λοιπόν πως η διαστολή του Σύμπαντος δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ενός Θεού,περιορίζει όμως την παντοδυναμία του!

Για να μιλήσει κανείς για τη φύση του Σύμπαντος και να εξετάσει ερωτήματα όπως το αν υπήρξε μία αρχή ή αν θα υπάρξει ένα τέλος, είναι απαραίτητο να διασαφηνίσει πρώτα τι είναι μία επιστημονική θεωρία. Θα εξετάσουμε την αρκετά απλή και διαδεδομένη άποψη ότι μία θεωρία είναι ακριβώς ένα μοντέλο για το Σύμπαν (ή για κάποιο τμήμα του Σύμπαντος), μαζί με ένα σύνολο κανόνων που συσχετίζουν τις θεωρητικές ποσότητες αυτού του μοντέλου με τα δεδομένα των παρατηρήσεων. Κάθε θεωρία υπάρχει μέσα στο μυαλό μας και μόνο· δεν έχει καμία άλλη «πραγματική» ύπαρξη. Για να είναι καλή πρέπει να ικανοποιεί δύο απαιτήσεις: να περιγράφει με ακρίβεια ένα μεγάλο σύνολο παρατηρήσεων, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο που να περιέχει λίγα αυθαίρετα στοιχεία· επίσης, να προτείνει συγκεκριμένες προβλέψεις για τα αποτελέσματα μελλοντικών παρατηρήσεων. Για παράδειγμα, η θεωρία του Αριστοτέλη ότι όλα τα πράγματα αποτελούνται από τέσσερα στοιχεία, τη γη, τον αέρα, τη φωτιά και το νερό, αν και απλή από την άποψη των αυθαίρετων στοιχείων που περιέχει, δεν προτείνει κάποιες συγκεκριμένες προβλέψεις. Η θεωρία του Νεύτωνα βασίζεται σε ένα απλούστερο μοντέλο: τα σώματα έλκονται με δύναμη ανάλογη μίας ποσότητας τους που ονομάζεται μάζα και αντιστρόφως ανάλογη του τετραγώνου της μεταξύ τους απόστασης. Αν και η εν λόγω θεωρία περιέχει λίγα μόνο αυθαίρετα στοιχεία, προβλέπει με μεγάλη ακρίβεια τις κινήσεις του Ήλιου, της Σελήνης και των πλανητών.

Κάθε φυσική θεωρία είναι πάντα μία υπόθεση προσωρινή, με την έννοια ότι δεν μπορούμε ποτέ να αποδείξουμε οριστικά πως είναι σωστή. Όσες φορές και αν συμφωνήσουν τα αποτελέσματα των πειραμάτων με τις προβλέψεις της, ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι την επόμενη φορά το νέο αποτέλεσμα θα συνεχίσει να συμφωνεί μαζί της. Αντίθετα, για να αποδείξουμε ότι μια θεωρία δεν είναι σωστή αρκεί μία και μόνο φορά ένα και μόνον αποτέλεσμα να μη συμφωνεί με τις προβλέψεις της. Όπως τόνισε ο φιλόσοφος της επιστήμης Karl Popper, μια καλή θεωρία χαρακτηρίζεται από το ότι προτείνει έναν αριθμό προβλέψεων που μπορεί κάποτε να μη συμφωνήσουν με τα αποτελέσματα των πειραμάτων δηλαδή, μία καλή θεωρία είναι μία θεωρία διαψεύσιμη. Κάθε φορά που γίνονται νέα πειράματα και βρίσκεται ότι συμφωνούν με τις προβλέψεις της, η θεωρία επιβιώνει και η εμπιστοσύνη μας σε αυτήν παραμένει· αν όμως κάποτε γίνει ένα νέο πείραμα που δεν συμφωνεί με τις προβλέψεις, είμαστε υποχρεωμένοι ή να εγκαταλείψουμε τη θεωρία ή να την τροποποιήσουμε ανάλογα. Έτσι τουλάχιστον υποτίθεται ότι συμβαίνει· γιατί βέβαια μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την αξιοπιστία κάποιου πειράματος και να την αποδώσει σε αθέμιτο επιστημονικό ανταγωνισμό.

Στην πραγματικότητα, αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ότι δημιουργείται μια νέα θεωρία που περιέχει την προηγούμενη αλλά συμφωνεί και με τα αποτελέσματα των νέων πειραμάτων ή τα δεδομένα των νέων παρατηρήσεων. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη θεωρία του Νεύτωνα για τη βαρύτητα. Κάποιες ακριβέστατες παρατηρήσεις του πλανήτη Ερμή αποκάλυψαν μια μικρή ασυμφωνία της κίνησης του με τις προβλέψεις της νευτώνειας θεωρίας. Η γενική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν προέβλεπε μία κίνηση λίγο διαφορετική από τη θεωρία του Νεύτωνα. Το γεγονός ότι οι προβλέψεις του Αϊνστάιν συμφωνούσαν με τις νέες παρατηρήσεις, ενώ του Νεύτωνα όχι, συνέβαλε αποφασιστικά στην επιβεβαίωση της νέας θεωρίας. Εντούτοις χρησιμοποιούμε ακόμη τη θεωρία του Νεύτωνα επειδή στις καταστάσεις που συνήθως αντιμετωπίζουμε, η διαφορά των προβλέψεων της από τις προβλέψεις της γενικής θεωρίας της σχετικότητας είναι πολύ μικρή. (Η θεωρία του Νεύτωνα έχει επίσης το μεγάλο πλεονέκτημα ότι είναι πολύ πιο εύχρηστη από τη θεωρία του Αϊνστάιν!)

Ο τελικός αντικειμενικός σκοπός της φυσικής είναι μία θεωρία που να περιγράφει ολόκληρο το Σύμπαν. Οι περισσότεροι επιστήμονες διαχωρίζουν όμως σε δύο μέρη ό,τι εννοούμε με τον όρο «ολόκληρο το Σύμπαν». Κατά πρώτον, υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι· αυτοί καθορίζουν πώς ακριβώς αλλάζει το Σύμπαν με την πάροδο του χρόνου. (Αν γνωρίζουμε πώς φαίνεται το Σύμπαν σε κάποια χρονική στιγμή, οι φυσικοί νόμοι περιγράφουν πώς θα φαίνεται σε κάποια επόμενη). Κατά δεύτερον, υπάρχει η αρχική κατάσταση του Σύμπαντος· αυτή καθορίζει πώς ακριβώς ήταν το Σύμπαν στην αρχή του χρόνου. Μερικοί νομίζουν πως η επιστήμη της φυσικής πρέπει να ασχολείται μόνο με το πρώτο μέρος. Θεωρούν ότι τα ερωτήματα για την αρχική κατάσταση του Σύμπαντος ανήκουν στο χώρο της μεταφυσικής ή της θεολογίας. Κάποιοι άλλοι φαντάζονται ένα Θεό που, επειδή είναι παντοδύναμος, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα Σύμπαν σε οποιαδήποτε αρχική κατάσταση ήθελε. Αν είναι έτσι, τότε θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα Σύμπαν που να αναπτύσσεται με εντελώς τυχαίο τρόπο. Φαίνεται όμως ότι το Σύμπαν εξελίσσεται με πολύ κανονικό τρόπο, σύμφωνα με κάποιους νόμους. Είναι λοιπόν εξίσου λογικό να υποθέσουμε ότι υπάρχουν νόμοι που καθορίζουν την αρχική κατάσταση του Σύμπαντος, όπως ακριβώς υπάρχουν νόμοι που καθορίζουν την εξέλιξή του.

Εκ των πραγμάτων είναι πολύ δύσκολο να εφεύρουμε μία συνολική θεωρία που να περιγράφει κατευθείαν ολόκληρο το Σύμπαν. Αντί γι ‘ αυτό χωρίζουμε το πρόβλημα σε τμήματα και επινοούμε έναν ανάλογο αριθμό επιμέρους θεωριών. Η καθεμιά τους περιγράφει το αντίστοιχο τμήμα, λαμβάνοντας υπόψη τις επιδράσεις ορισμένων μόνον φυσικών μεγεθών τις επιδράσεις των άλλων φυσικών μεγεθών ή τις προσεγγίζει μόνο αριθμητικά ή τις παραβλέπει εντελώς. Πιθανώς μία τέτοια προσέγγιση είναι εντελώς λανθασμένη. Αν καθετί μέσα στο Σύμπαν εξαρτάται από καθετί άλλο με έναν θεμελιώδη τρόπο, ίσως τελικά να είναι αδύνατο να πλησιάσουμε σε συνολική λύση του προβλήματος, χωρίζοντας το σε τμήματα και εξετάζοντας μετά τα τμήματα αυτά. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η επιστήμη της φυσικής προόδευσε και προοδεύει χρησιμοποιώντας αυτήν ακριβώς τη μέθοδο. Το κλασικό παράδειγμα είναι και πάλι η νευτώνεια θεωρία της βαρύτητας, που λέει ότι η βαρυτική έλξη εξαρτάται από ένα μόνο φυσικό μέγεθος που χαρακτηρίζει τα αντικείμενα του Σύμπαντος, τη μάζα, και είναι ανεξάρτητη από τα άλλα. Έτσι είναι δυνατό να προβλέψουμε τις κινήσεις των πλανητών μέσα στο ηλιακό σύστημα λαμβάνοντας υπόψη μόνο την επίδραση της μάζας τους στη βαρυτική έλξη που καθορίζει τις τροχιές τους.

Σήμερα οι επιστήμονες περιγράφουν το Σύμπαν με τα εννοιολογικά και μαθηματικά εργαλεία δύο βασικών επιμέρους θεωριών, που αποτελούν σπουδαία επιτεύγματα του πρώτου μισού του αιώνα μας: Η γενική θεωρία της σχετικότητας περιγράφει την επίδραση της βαρύτητας και τη μακροσκοπική δομή του Σύμπαντος, δηλαδή τη διαμόρφωση του μέσα σε μεγάλες περιοχές (μεγάλες σε σχέση με την ανθρώπινη κλίμακα: από περιοχές ακτίνας λίγων χιλιομέτρων μέχρι περιοχές ακτίνας δισεκατομμυρίων δισεκατομμυρίων χιλιομέτρων). Η κβαντική μηχανική περιγράφει τις επιδράσεις των υπόλοιπων φυσικών δυνάμεων και τη μικροσκοπική δομή του Σύμπαντος, δηλαδή τη διαμόρφωση του μέσα σε μικρές περιοχές (για παράδειγμα, περιοχές ακτίνας ενός δισεκατομμυριοστού του χιλιοστού).

Δυστυχώς, είναι γνωστό πως οι δύο θεωρίες δεν συμφωνούν — δεν μπορεί λοιπόν να είναι και οι δύο σωστές. Μία από τις κύριες προσπάθειες στη φυσική σήμερα αποβλέπει στη δημιουργία μιας καινούργιας θεωρίας που θα συμπεριλάβει και τις δύο, μιας κβαντικής θεωρίας της βαρύτητας. Προς το παρόν δεν έχουμε μία τέτοια θεωρία, ίσως μάλιστα βρισκόμαστε ακόμη πολύ μακριά από το να την αποκτήσουμε. (Η περιγραφή της πορείας για τη σύνθεση αυτής της ενιαίας θεωρίας απαρτίζει τον κεντρικό κορμό αυτού του βιβλίου). Όπως όμως θα δούμε στη συνέχεια, έχουμε ήδη κάποιες σημαντικές γνώσεις για το περιεχόμενο των προβλέψεων που θα περιλαμβάνει μια μελλοντική κβαντική θεωρία βαρύτητας.

Εφ’ όσον πιστεύουμε ότι το Σύμπαν δεν αναπτύσσεται τυχαία, αλλά εξελίσσεται σύμφωνα με κάποιους νόμους, είμαστε υποχρεωμένοι να προσπαθούμε να συνδυάσουμε τις επιμέρους θεωρίες σε μία πλήρη ενιαία θεωρία που θα καθορίζει τα πάντα μέσα σε αυτό. Υπάρχει όμως κάποιο θεμελιώδες παράδοξο στη διαδικασία αναζήτησης μιας τέτοιας πλήρους ενιαίας θεωρίας. Οι ιδέες για τις επιστημονικές θεωρίες που σκιαγραφήθηκαν προηγουμένως προϋποθέτουν ότι οι άνθρωποι είναι νοήμονα όντα, ελεύθερα να παρατηρούν το Σύμπαν και ικανά να εξάγουν σωστά συμπεράσματα από τις παρατηρήσεις τους. Υποθέτουμε λοιπόν ότι έχουμε τη δυνατότητα να αναζητήσουμε μία πλήρη ενιαία θεωρία και να προοδεύσουμε στη διαδικασία αυτής της αναζήτησης. Αν όμως υπάρχει πράγματι μια πλήρης ενιαία θεωρία, αφού αυτή θα καθορίζει τα πάντα μέσα στο Σύμπαν, θα καθορίζει επί- σης και τις πράξεις μας. Κατά συνέπεια θα καθορίζει και τα αποτελέσματα της αναζήτησης μας γ ι ‘ αυτήν! Και γιατί πρέπει να καθορίζει ότι θα εξάγουμε σωστά συμπεράσματα από τις παρατηρήσεις; Δεν θα μπορούσε εξίσου καλά να καθορίσει ότι θα εξάγουμε λανθασμένα συμπεράσματα;

Η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω στο συγκεκριμένο πρόβλημα βασίζεται στην αρχή της φυσικής επιλογής της θεωρίας του Δαρβίνου. Σε κάθε σύνολο ζωντανών όντων που αναπαράγονται και πολλαπλασιάζονται θα υπάρχουν διαφοροποιήσεις του γενετικού προγράμματος και των χαρακτηριστικών των ατόμων που το απαρτίζουν. Στην περίπτωση νοημόνων όντων, αυτό σημαίνει πως μερικά άτομα του συνόλου θα είναι περισσότερο ικανά από τα υπόλοιπα να εξάγουν τα σωστά συμπεράσματα για τον κόσμο που τα περιβάλλει, και να συμπεριφέρονται ανάλογα με αυτά τα συμπεράσματα. Τα άτομα αυτά θα έχουν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν και έτσι, σταδιακά, μέσα στο σύνολο θα κυριαρχήσει ο δικός τους τρόπος νόησης και συμπεριφοράς.

Στο παρελθόν, η νοημοσύνη, η λογική συμπεριφορά και οι επιστημονικές ανακαλύψεις κατέληγαν πάντοτε να προσφέρουν κάποια συγκριτικά πλεονεκτήματα στον αγώνα για επιβίωση. Δεν είναι βέβαια τόσο προφανές ότι και σήμερα συμβαίνει κάτι ανάλογο: οι επιστημονικές ανακαλύψεις μας μπορούν να μας καταστρέψουν όλους· ακόμη όμως κι αν δεν συμβεί αυτό, μια πλήρης ενιαία θεωρία μπορεί να μην επηρεάσει και πολύ τις πιθανότητες επιβίωσής μας. Αφού όμως το Σύμπαν έχει εξελιχθεί με έναν κανονικό τρόπο μπορούμε να περιμένουμε ότι οι ικανότητες εξαγωγής των σωστών συμπερασμάτων (που τις κληρονομήσαμε μέσω της φυσικής επιλογής) θα εξακολουθήσουν να ισχύουν και κατά τη διαδικασία αναζήτησης μιας πλήρους ενιαίας θεωρίας και δεν θα μας οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα.

Επειδή οι επιμέρους θεωρίες που ήδη διαθέτουμε είναι αρκετές για να κάνουμε ακριβείς προβλέψεις σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, φαίνεται ότι η αναζήτηση μιας πλήρους ενιαίας θεωρίας είναι δύσκολο να στηριχθεί σε λόγους πρακτικής ωφέλειας. (Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι παρόμοια επιχειρήματα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν και στην εποχή πριν την ανακάλυψη της κβαντικής μηχανικής, που τελικά μας οδήγησε στην επανάσταση της μικροηλεκτρονικής!). Η ανακάλυψη μιας πλήρους ενιαίας θεωρίας μπορεί πράγματι να μη μας δώσει κάποιο πλεονέκτημα στον αγώνα για την επιβίωση μας. Μπορεί ακόμη να μη βελτιώσει τον τρόπο ζωής μας. Αλλά πάντοτε, από την αυγή του πολιτισμού, οι άνθρωποι δεν παρέμεναν απαθείς μέσα σε ένα περιβάλλον ανεξήγητων φαινομένων. Επιζητούσαν να κατανοήσουν την ουσιαστική τάξη του Κόσμου. Σήμερα εξακολουθούμε να θέλουμε να γνωρίσουμε το γιατί είμαστε εδώ και από πού προερχόμαστε. Αυτή η βαθύτατη επιθυμία της γνώσης είναι λόγος αρκετός για να συνεχίσουμε την αναζήτηση μας. Και ο σκοπός μας δεν είναι άλλος από την πλήρη περιγραφή του Σύμπαντος που μέσα του ζούμε.

Το πρώτο κεφάλαιο από το εξαιρετικό βιβλίο του Stephen Hawking «Το χρονικό του Χρόνου» (A Brief History of Time). Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάτοπτρο σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Χάρακα. Ο Stephen Hawking είναι Βρετανός θεωρητικός φυσικός, κοσμολόγος, συγγραφέας και Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Θεωρητικής Κοσμολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Ήταν ο πρώτος που εξέθεσε μια κοσμολογία που εξηγήθηκε από μια ένωση της γενικής θεωρίας της σχετικότητας και της κβαντικής μηχανικής. Είναι φανατικός υποστηρικτής της ερμηνείας πολλών κόσμων της κβαντικής μηχανικής και έχει συντάξει εργασίες εκλαϊκευμένης επιστήμης, στις οποίες συζητά τις θεωρίες και την κοσμολογία του γενικά. «Το χρονικό του Χρόνου» έμεινε στη λίστα με τα best-seller της Βρετανικής  εφημερίδας Sunday Times για 237 εβδομάδες σπάζοντας κάθε ρεκόρ. Ο Hawking  πάσχει από τη νόσο του κινητικού νευρώνα, κατάσταση που έχει εξελιχθεί κατά τη διάρκεια των ετών. Είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου παράλυτος και επικοινωνεί μέσω συσκευής παραγωγής ομιλίας.

Advertisements