Τάσος Χαλκιάς – Χορεύοντας στη ζωή και στο μέτωπο

«Στο κλαρίνο του Χαλκιά βογκάει, τινάζεται, χαμογελάει, χορεύει η Ελλάδα – θάλασσες και βουνά της, δεκαπεντασύλλαβα ποτάμια της, αρματολοί και κλέφτες, παλικαράκια στριφτομούστακα στη μάχη και στο τσάμικο, μαυροφορούσες ανταρτομανάδες και κοράσια πλεξουδοστεφάνωτα, πέντε κοτσύφια στον ελαιώνα και, στο βάθος βάθος, πάντα το άγρυπνο, μερακλωμένο αηδόνι». Γιάννης Ρίτσος

♦   ♦   ♦

«Ενιωσα με τη ζεστασιά της δύναμής του πως μονάχα έτσι δε θα πεθάνουμε, γιατί η μουσική η ερμηνευμένη από τον ασύγκριτο μαέστρο Τάσο Χαλκιά ποτέ δεν πεθαίνει». Μπενγκτ Χόλμκβιστ (Σουηδός φιλόσοφος και ιστορικός της λογοτεχνίας).

♦   ♦   ♦

Στη Νέα Υόρκη θα συναντηθεί με τον βασιλιά του σουίνγκ, τον Μπένι Γκούντμαν. Ήταν στο κέντρο «Αλί Μπαμπά», όπου πήγε ο Αμερικανός τζαζίστας για να γνωρίσει από κοντά το μουσικό, που θα έπαιζε ένα μοιρολόι για τις ανάγκες της ταινίας «Αντί» του Ρ. Σεραφιάν.

«Διαβάζεις νότες;» ρώτησε ο Γκούντμαν τον Τάσο Χαλκιά, εντυπωσιασμένος από τη μουσική και την αρνητική απάντηση του Έλληνα καλλιτέχνη. «Και περνάς τόσα πράγματα; Εγώ να ήμουνα, χωρίς να διαβάζω, δε θα τα κατάφερνα ποτέ», του εκμυστηρεύτηκε ο Γκούντμαν. «Πού να το φανταζόμουν», έλεγε αργότερα ο Τ. Χαλκιάς, «ότι αυτός ο μεγάλος μουσικός, όχι μόνο θα με άκουγε, αλλά και θα με αγκάλιαζε συγκινημένος από τη μουσική μου».

Έχοντας βαθιά στην ψυχή του το κλαρίνο ο Τάσος Χαλκιάς από πολύ νωρίς έδεσε τη ζωή του με αυτό. Παιδί της ξακουστής ηπειρώτικης μουσικής οικογένειας των Χαλκιάδων (γεννήθηκε το 1914 στη Γρανιτσοπούλα της Ηπείρου) είχε τα πρώτα του μουσικά ακούσματα σ’ ένα σπίτι όπου πάντα ακουγόταν μουσική. Έφηβος ακολουθεί στα πανηγύρια άλλους οργανοπαίχτες, ενώ το 1930 μαζί με τα αδέλφια του, Μήτσο και Φώτη, δημιουργεί το συγκρότημα «Τα μαύρα πουλιά».

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρίσκει να υπηρετεί στο στρατό και του δίνει ένα μεγάλο χτύπημα: το ’41 βομβαρδίζεται το χωριό του και σκοτώνεται η γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους. Το 1942 κατατάσσεται στον ΕΛΑΣ, στα Γιάννενα, στο εφεδρικό. «Τους γλένταγα τους αντάρτες, αλλά τους έραβα και τα άρβυλα. Ήμουν καλός και ως τσαγκάρης», έλεγε αργότερα. Ένα χρόνο αργότερα ξαναπαντρεύεται και κάνει τρία παιδιά. Το 1951 επισκέπτεται για πρώτη φορά την Columbia και αρχίζει τις ηχογραφήσεις, ενώ δύο χρόνια αργότερα θα ηχογραφήσει για το Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών 80 τραγούδια. Ακολουθούν τα ταξίδια στο Κάιρο, την Αλεξάνδρεια, την Αμερική και ηχογραφήσεις.

Το 1966, επιστρέφοντας στην Ελλάδα θα πουλήσει δυο οικόπεδα για να φτιάξει μια δική του εταιρία, τη Σπέσιαλ Μιούζικ, η οποία θα έχει δέκα χρόνια ζωής. Έγραψε πολλά τραγούδια, από το πιο γνωστά ο «Ηπειρώτικος γάμος», το «Δεν μπορώ μανούλα δεν μπορώ», το «Βορειοηπειρώτικο μοιρολόι», το «Μη με κοιτάς που γέρασα» κ. α., ενώ συνεργάστηκε με τους Διονύση Σαββόπουλο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Χρήστο Λεοντή, το Θέατρο Τέχνης, το ΚΘΒΕ και συμμετείχε σε πολλά φεστιβάλ του εξωτερικού.

«Αν το θέατρο δεν ήταν κρατικό, θα άφηνα μόνο τη μουσική του Τάσου Χαλκιά. Κλαρίνο μόνο, χωρίς κανένα όργανο» είχε πει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης Γιώργος Μιχαηλίδης μόλις άκουσε τη μουσική που έγραψε το καλύτερο κλαρίνο της Ελλάδας για την παράσταση του Αίαντα του Σοφοκλή (ΚΘΒΕ, 1972). Συνεχιστής και συνάμα εμπνευστής μιας μεγάλης λαϊκής μουσικής παράδοσης ο Τάσος Χαλκιάς, τόσο σαν συνθέτης, όσο και σαν εκτελεστής, για έξι δεκαετίες βάδισε με έμπνευση, συνέπεια και αγάπη στους δρόμους της παραδοσιακής μας μουσικής. Η σημαντική αυτή προσφορά του, γνώρισε την καταξίωση στο εξωτερικό και στο εσωτερικό και ήταν πολλοί αυτοί που τίμησαν τον μεγάλο δεξιοτέχνη.

Μεγάλη απούσα η πολιτεία, η οποία του πρόσφερε μόνο την πίκρα. Ο Τάσος Χαλκιάς έφυγε με το παράπονο. Η σύνταξη, που είχε ζητήσει από την πολιτεία, δεν του δόθηκε ποτέ. Οι αιτήσεις του γι’ αυτήν απορρίφθηκαν, επειδή δε συγκέντρωνε τα τυπικά προσόντα.. Ένα μοιρολόι συνόδευσε τον Τάσο Χαλκιά στην τελευταία του κατοικία στο Γ’ Νεκροταφείο, στις 13 Αυγούστου 1992. Ήταν το ίδιο μοιρολόι που έπαιξε ο ίδιος όταν αντίκρισε νεκρό στην αγκαλιά της γυναίκας του το μικρό παιδί του απ’ τις γερμανικές βόμβες το 1941. Ο μπάρμπα Τάσος, όμως, συνεχίζει να είναι ανάμεσά μας. Μέσα από την αθάνατη μουσική του κατάθεση, η οποία πάντα μας συντροφεύει, μέσα από την αληθινή ομορφιά που επάξια υπηρέτησε.

Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στη ζωή και τη μουσική διαδρομή του μεγάλου Ηπειρώτη κλαρινίστα, από την εκπομπή «Σαν παραμύθι» του Νίκου Παπαθανασίου.

Advertisements