Albert Camus – Το Θέατρο

«Η παράσταση», λέει ο Άμλετ, «να η παγίδα που θα πιάσω τη συνείδηση του βασιλιά». Θα πιάσω, είναι η λέξη που πρέπει. Γιατί η συνείδηση πετάει ή επαναπαύεται. Πρέπει να την αρπάξουμε στο πέταγμα, στην κρίσιμη στιγμή που ρίχνει στον εαυτό της ένα φευγαλέο βλέμμα. Ο καθημερινός άνθρωπος δε συμπαθεί την αργοπορία. Τα πάντα τον ωθούν στο αντίθετο. Συγχρόνως όμως δεν τον ενδιαφέρει τίποτα περισσότερο από τον εαυτό του, προπάντων εκείνο που θα μπορούσε να είναι. Από εδώ ξεκινάει το ενδιαφέρον του για το θέατρο, για το θέαμα, απ’ όπου του παρουσιάζονται τόσα πεπρωμένα από τα οποία παίρνει την ποίηση και δεν υποφέρει την πίκρα. Από εδώ επίσης αναγνωρίζει κανείς τον χωρίς συναίσθηση άνθρωπο που συνεχίζει την πορεία του προς κάποια άγνωστη ελπίδα. Ο παράλογος άνθρωπος αρχίζει από εκεί που ο άλλος τελειώνει, απ’ όπου σταματάει ο θαυμαστός του παιχνιδιού και το πνεύμα θέλει να πάρει μέρος σ’ αυτό. Το να διεισδύεις σε όλες αυτές τις ζωές, να δοκιμάζεις την πολλαπλότητά τους, αυτό ακριβώς σημαίνει ότι παίρνεις μέρος στο παιχνίδι.

Δεν υποστηρίζω πως γενικά οι ηθοποιοί υπακούουν σ’ αυτή την πρόσκληση, πως είναι παράλογοι άνθρωποι, αλλά πως το πεπρωμένο τους είναι ένα παράλογο πεπρωμένο που θα μπορούσε να γοητεύσει και να προσελκύσει μια φωτεινή καρδιά. Αυτό πρέπει να λεχθεί για να κατανοήσουμε χωρίς παρεξήγηση ό,τι θα ακολουθήσει. Ο ηθοποιός βασιλεύει μέσα στο φθαρτό. Από όλες τις δόξες, το ξέρουμε, η δική του είναι η πιο εφήμερη. Μα όλες οι δόξες είναι εφήμερες. Κατά την άποψη του Sirius, τα έργα του Γκαίτε σε δέκα χιλιάδες χρόνια θα είναι σκόνη και το όνομά του ξεχασμένο. μερικοί αρχαιολόγοι θα ψάξουν ίσως, για «μνημεία» της εποχής μας. Αυτή η θεωρία διδάχτηκε αρκετά. Μελετημένη σωστά, μετατρέπει τις ανησυχίες μας σε υπερβολική ευγένεια η οποία κλείνει μέσα της την αδιαφορία. Οδηγεί κυρίως τη σκέψη μας σε περισσότερη βεβαιότητα, δηλαδή στην αμεσότητα. Η δόξα που ζεις είναι η πιο ψεύτικη από όλες.

Ο ηθοποιός διάλεξε λοιπόν την αμέτρητη δόξα, τη δόξα που περνάει και δοκιμάζεται. Βγάζει το καλύτερο συμπέρασμα απ’ αυτό που κάποτε οφείλει να πεθάνει. Ένας ηθοποιός επιτυγχάνει ή δεν επιτυγχάνει. Ένας συγγραφέας, παραγνωρισμένος έστω, διατηρεί μια ελπίδα. Υποθέτω πως τα έργα του θα φανερώσουν εκείνο που υπήρξε. Ο ηθοποιός το πολύ να μας αφήσει μια φωτογραφία και τίποτα άλλο από αυτό που ο ίδιος υπήρξε – οι χειρονομίες του και οι σιωπές του, η σύντομη έμπνευσή του και η ανάσα του έρωτα δε φτάνουν ως εμάς. Γι’ αυτόν δεν ξέρουμε τίποτα, δεν παίζει και το να μην παίζει σημαίνει πως πεθαίνει εκατό φορές, μαζί με όλες τις υπάρξεις που θα μπορούσε να αναστήσει ή να ερμηνεύσει.

Τι το εκπληκτικό βρίσκει κανείς σε μια δόξα φθαρτή, χτισμένη πάνω στην πιο εφήμερη από τις δημιουργίες; Ο ηθοποιός διαθέτει τρεις ώρες για να είναι Ιάγος ή Αλκέστης, Φαίδρα ή Γκλότσεστερ. Σ’ αυτό το σύντομο διάστημα τους κάνει να γεννηθούν και να πεθάνουν επάνω σε πενήντα τετραγωνικά μέτρα σκηνής. Ποτέ το παράλογο δεν περιγράφτηκε τόσο καλά και τόσο έντονα. Αυτές οι υπέροχες ζωές, αυτά τα ολοκληρωμένα και μοναδικά πεπρωμένα που μέσα σε μερικές ώρες γεννιόνται και πεθαίνουν ανάμεσα στους τοίχους – ποια μικρογραφία θα μπορούσε να είναι πιο αποκαλυπτική; Φεύγοντας από τη σκηνή, ο Σίγκμουντ δεν είναι πια τίποτα. Δυο ώρες αργότερα τον βλέπουμε να γευματίζει στην πόλη. Ίσως αυτό να σημαίνει πως η ζωή είναι ένα όνειρο. Αλλά μετά τον Σίγκμουντ έρχεται ένας άλλος.

Ο ήρωας που υποφέρει από αβεβαιότητα αντικαθιστά τον άνθρωπο που ωρύεται μετά την εκδίκησή του. Περνώντας έτσι τους αιώνες και τα πνεύματα, μιμούμενος τον άνθρωπο όπως μπορεί να είναι και όπως είναι, ο ηθοποιός συναντάει έναν άλλο παράλογο ήρωα, τον ταξιδιώτη. Σαν αυτό, εξαντλεί κάτι και φεύγει. Είναι ο ταξιδιώτης του χρόνου και, για τους καλύτερους, ο ταξιδιώτης που μαγεύει τις ψυχές. Αν ποτέ η ηθική της ποσότητας μπορούσε να βρει μια τροφή, θα την έβρισκε σ’ αυτήν τη μοναδική σκηνή. Δυσκολευόμαστε να καθορίσουμε μέχρι ποίου σημείου ο ηθοποιός κερδίζει από αυτούς τους ήρωες. Μα τον ενδιαφέρον δε βρίσκεται εκεί. Αρκεί να μάθουμε μονάχα από ποια στιγμή ταυτίζεται μ’ αυτές τις αναντικατάστατες ζωές. Πραγματικά, τις κουβαλάει μαζί του, διασχίζουν το χρόνο και το χώρο που γεννήθηκαν. Συνοδεύουν τον ηθοποιό που δε χωρίζεται πια πολύ εύκολα απ’ αυτό που υπήρξε. Παίρνοντας το ποτήρι του, ξανακάνει τη χειρονομία του Άμλετ που σηκώνει την κούπα του.

Όχι, δεν είναι μεγάλη η διαφορά που τον χωρίζει από τις υπάρξεις που ζωντανεύει. Περιγράφει συνεχώς, όλους τους μήνες κι όλες τις μέρες, αυτή την τόσο γόνιμη αλήθεια, ότι δεν υπάρχει σύνορο ανάμεσα σ’ εκείνο που ένας άνθρωπος θέλει να είναι και σ’ εκείνο που είναι. Εκείνο που αποδεικνύει, είναι σε ποια στιγμή η παρουσία μετατρέπεται σε ύπαρξη, προσπαθώντας πάντα να παίξει καλύτερα. Γιατί αυτή είναι η τέχνη του, να υποκρίνεται τέλεια, να μπαίνει σε ζωές που δεν είναι δικές του. Στο τέλος της προσπάθειάς του, ο προορισμός του φωτίζεται: καταγίνεται με όλη του την καρδιά στο να μην είναι τίποτα ή στο να είναι πολλά. Όσο πιο στενά είναι τα σύνορα που του δόθηκαν για να δημιουργήσει τον ήρωά του, τόσο πιο απαραίτητο είναι το ταλέντο του. Θα πεθάνει μέσα σε τρεις ώρες κάτω από το πρόσωπο που σήμερα είναι δικό του. Σ’ αυτές τις τρεις ώρες πρέπει να νοιώσει και να εκφράσει τέλεια ένα μοναδικό πεπρωμένο. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να χαθεί για να ξαναβρεθεί. Μέσα σ’ αυτές τις τρεις ώρες πηγαίνει ως το τέλος του αδιέξοδου δρόμου που για να τον διατρέξει ο άνθρωπος της πλατείας χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή.

Μιμητής του φθαρτού, ο ηθοποιός ασκείται και τελειοποιείται με το παίξιμο. Η συμφωνία που έχει κάνει με το θέατρο σημαίνει πως η καρδιά εκφράζεται και γίνεται αντιληπτή με τις χειρονομίες και το κορμί – ή με τη φωνή που ανήκει πιο πολύ στην ψυχή παρά στο κορμί. Οι νόμοι αυτής της τέχνης απαιτούν να είναι όλα μεγενθυμένα και να ερμηνεύονται με τη σάρκα. Αν χρειαζόταν να αγαπάμε στη σκηνή όπως αγαπάμε στην πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας αυτή την αναντικατάστατη φωνή της καρδιάς, να κοιτάζουμε με τον τρόπο που θαυμάζουμε, η γλώσσα μας θα ‘μενε κρυπτογραφημένη. Εδώ, τα μυστικά πρέπει να ακουστούν. Η αγάπη υψώνει τον τόνο και η ακινησία γίνεται κατανοητή. Το κορμί βασιλεύει. Δεν είναι «θεατρικό» ό,τι διεκδικεί αυτόν τον χαρακτηρισμό, κι αυτή η λέξη, διασυρμένη άδικα, καλύπτει ολόκληρη αισθητική και ηθική.

Το μίσος μιας ανθρώπινης ζωής περνάει με υπονοούμενα, χωρίς να βλέπει και σωπαίνοντας. Εδώ, ο ηθοποιός είναι ο παρείσακτος. Ελευθερώνει τη γοητεία από αυτή την αλυσοδεμένη ψυχή και τα πάθη, επιτέλους, ξεχύνονται στην σκηνή τους. Μιλάνε με όλες τις χειρονομίες, ζουν με κραυγές. Έτσι ο ηθοποιός συνθέτει τους ήρωές του για να δείξει τις ψυχές τους. Τους ζωγραφίζει ή τους σκαλίζει, μπαίνει στην παράξενη μορφή τους και δίνει στα φαντάσματά τους το αίμα του. Φυσικά, μιλάω για θέατρο ποιότητας που δίνει στον ηθοποιό την ευκαιρία να ολοκληρώσει το πεπρωμένο του εντελώς αβίαστα. Δείτε τον Σαίξπηρ. Σ’ αυτό το θέατρο κατ’ αρχάς τα πάθη του κορμιού οδηγούν το χορό. Εξηγούν τα πάντα. Χωρίς αυτά όλα θα κατέρρεαν. Ποτέ ο βασιλιάς Ληρ δε θα τρελαινόταν χωρίς τη σκληρή πράξη που εξορίζει την Κορντέλια και καταδικάζει τον Έντγκαρ. Αυτή η τραγωδία ξετυλίγεται κάτω από τη σφραγίδα της παραφροσύνης. Οι ψυχές έχουν παραδοθεί στο χορό των δαιμόνων. Τέσσερις τρελοί, ο ένας από επιτήδευση, ο άλλος με τη θέλησή του, οι δυο τελευταίοι από μαρτύριο: τέσσερα αχαλίνωτα κορμιά, τέσσερα ανέκφραστα πρόσωπα της ίδιας υπόθεσης.

Μα το ανθρώπινο κορμί δεν αρκεί. Το προσωπείο και οι κόθορνοι, το μακιγιάζ που μεταμορφώνει και δείχνει τα ουσιαστικά στοιχεία του προσώπου, το κουστούμι που υπερβάλλει και απλοποιεί, αυτός ο κόσμος θυσιάζει τα πάντα στην παράσταση και ικανοποιεί μονάχα την όραση. Το κορμί επίσης συντελεί στην αίσθηση αυτού του παράλογου θαύματος. Ποτέ δε θα καταλάβαινα καλά τον Ιάγο, εκτός αν τον έπαιζα. Μάταια αγωνίζομαι να τον καταλάβω, τον συλλαμβάνω από τη στιγμή που τον βλέπω. Από τον παράλογο ήρωα ο ηθοποιός διαθέτει, λοιπόν, τη μονοτονία, αυτή τη μοναδική μορφή που είναι ξένη και οικεία μαζί και προχωρεί περνώντας μέσα από όλους τους ήρωές του. Εκεί επίσης το μεγάλο θεατρικό έργο εξυπηρετεί αυτή την ενότητα του τόνου [Εδώ σκέφτομαι τον Alceste του Μολιέρου («Μισάνθρωπος»).

Όλα είναι τόσο απλά, τόσο φανερά και τόσο αδρά. Ο Alceste κόντρα στον Philinte, η Celimene κόντρα στην Elianthe, όλη η υπόθεση υπάρχει στο παράλογο συμπέρασμα ενός χαρακτήρα σπρωγμένου ως το τέλος του, και ο ίδιος ο στίχος, ο «κακός στίχος», έχει επίσης ρυθμιστεί πάνω στη μονοτονία του χαρακτήρα.]. Σ’ αυτό οφείλεται το ότι ο ηθοποιός αντιφάσκει: ο ίδιος και όμως τόσο διαφορετικός, τόσες ψυχές μαζεμένες σ’ ένα μονάχα κορμί. Αλλά αυτό, είναι η ίδια η παράλογη αντίφαση, ο άνθρωπος που θέλει να νοιώσει και να ζήσει τα πάντα, η μάταιη δοκιμή, η χωρίς νόημα επιμονή. Εν τούτοις αυτό που πάντα αντιφάσκει, σ’ αυτόν συμβιβάζεται. Συμβιβάζεται γιατί το κορμί και το πνεύμα γίνονται ένα και δένονται γιατί το δεύτερο καταπονημένο από τις ήττες του ξαναγυρίζει στον πιο πιστό του σύμμαχο. «Κι ευλογημένοι», λέει ο Άμλετ, «όσοι έχουν αίμα και μυαλό έτσι καλά συνταιριασμένα που να μη γίνονται φλάουτο στα δάχτυλα της τύχης να τραγουδάνε το σκοπό που της αρέσει».

Πώς η Εκκλησία δεν καταδίκασε τον ηθοποιό για το επάγγελμά του; Αποστρεφόταν, σ’ αυτή την τέχνη, τον αιρετικό πολλαπλασιασμό των ψυχών, τη διαστροφή των συγκινήσεων, τη σκανδαλώδη αξίωση ενός πνεύματος που ζει μονάχα με μια μοίρα και δίνεται σ’ όλες τις ακολασίες. Την καταδίκαζε για τη γεύση του παρόντος και για τον Πρωτεϊκό θρίαμβο που αποτελούν την άρνηση εκείνων που πρεσβεύει. Η αιωνιότητα δεν είναι παιχνίδι. Κάποιο αρκετά ασύνετο πνεύμα, έχασε τη σωτηρία της ψυχής του επειδή προτίμησε το θέατρο. Ανάμεσα στο «παντού» και στο «πάντα», δεν υπάρχει μέσος όρος. Εκεί οφείλεται το ότι, αυτό το τόσο υποτιμητικό επάγγελμα μπορεί να γίνει αφορμή μιας σοβαρής πνευματικής φιλονικίας. «Εκείνο που έχει σημασία», λέει ο Νίτσε, «δεν είναι η αιώνια ζωή, είναι η αιώνια ζωντάνια». Πραγματικά, όλο το δράμα βρίσκεται σ’ αυτή την εκλογή.

Η Ανδριανή Λεκουβρέρ, την ώρα που πέθαινε, θέλησε να εξομολογηθεί και να μεταλάβει, αλλά δε δέχτηκε ν’ απαρνηθεί το επάγγελμά της. Γι’ αυτό έχασε την ευχή της εξομολόγησης. Τι άλλο σήμαινε αυτό, εκτός από το ότι τοποθετούσε απέναντι στον Θεό το μεγάλο της πάθος. Κι αυτή η γυναίκα, στην αγωνία της, γεμάτη δάκρυα, με το να μην απαρνιέται ό,τι δεχόταν σαν τέχνη της, εκφραζόταν με ένα μεγαλείο που, μπροστά στη ράμπα, δεν ένοιωσε ποτέ. Αυτός υπήρξε ο πιο όμορφος και πιο δύσκολος ρόλος της. Το να διαλέξεις ανάμεσα στον ουρανό και σε μια γελοία πίστη, να παραιτηθείς από την αιωνιότητα ή να αφοσιωθείς στον Θεό, είναι η αιώνια τραγωδία όπου πρέπει να πάρεις θέση. Οι ηθοποιοί της εποχής θεωρούντο καταραμένοι. Η εκλογή αυτού του επαγγέλματος σήμαινε πως διάλεγες την Κόλαση. Και η Εκκλησία έβλεπε σ’ αυτούς τους χειρότερους εχθρούς της. Μερικοί λόγιοι αγανακτούν: «Και τι μ’ αυτό, να αρνηθούμε στον Μολιέρο την τελευταία βοήθεια!» Αυτό ήταν σωστό και προπάντων για κείνον που πέθανε στη σκηνή τελειώνοντας κάτω από το μακιγιάζ μια ζωή αφιερωμένη στο σκόρπισμα. Επικαλούμεθα, στην περίπτωσή του, τη μεγαλοφυΐα που συγχωρεί τα πάντα. Μα η μεγαλοφυΐα δε συγχωρεί τίποτα, επειδή αρνιέται τον εαυτό της.

Ο ηθοποιός ήξερε λοιπόν ποια τιμωρία τον περίμενε. Αλλά τι νόημα μπορεί να είχαν τόσο αόριστες απειλές μπροστά στο τίμημα της τελευταίας τιμωρίας που του επεφύλασσε η ίδια η ζωή; Αυτή ήταν η τιμωρία που δοκίμαζε προκαταβολικά και δεχόταν μ’ όλο του το είναι. Για τον ηθοποιό όπως για τον παράλογο άνθρωπο, ένας πρόωρος θάνατος είναι ανεπανόρθωτος. Τίποτα δεν μπορεί να ξαναδώσει το σύνολο των προσώπων και των αιώνων που διέσχισε. Πρόκειται όμως, οπωσδήποτε να πεθάνει. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, ο ηθοποιός βρίσκεται παντού, μα ο χρόνος επίσης τον παρασύρει και τον πάει εκεί που θέλει.

Φτάνει, λοιπόν, λίγη φαντασία για να νοιώσουμε τι σημαίνει μοίρα ενός ηθοποιού. Βρίσκεται μέσα στο χρόνο που συνθέτει και ερμηνεύει τους ήρωές του. Βρίσκεται επίσης στο χρόνο που μαθαίνει με ποιο τρόπο να κυριαρχεί επάνω τους. Όσο πιο πολλές ζωές έζησε τόσο πιο εύκολα χωρίζεται απ’ αυτές. Έρχεται η ώρα που πρέπει να πεθάνει και επάνω στη σκηνή και μέσα στον κόσμο. Ό,τι έζησε βρίσκεται απέναντί του. Βλέπει καθαρά. Αισθάνεται πως αυτή η περιπέτεια είναι γεμάτη πόνο και αναντικατάστατη. Ξέρει και μπορεί τώρα να πεθάνει. Υπάρχουν άσυλα για παλιούς ηθοποιούς.

Απόσπασμα από το Υπαρξιστικό Δοκίμιο για το Παράλογο του Albert Camus «Ο μύθος του Σίσυφου». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Νίκης Καρακίτσου-Ντουζέ και Μαρίας Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν.

Advertisements