Giorgio Agamben – Δύναμις και Δίκαιο

ο Ιταλός φιλόσοφος Giorgio Agamben

Δεν υφίσταται ίσως σημείο στο οποίο το παράδοξο της κυριαρχίας να φωτίζεται τόσο άπλετα όσο στο ζήτημα της συντακτικής εξουσίας και της σχέσης της με τη συντεταγμένη εξουσία. Τόσο η θεωρία όσοι και οι θετικές νομοθεσίες συνάντησαν πάντοτε δυσκολίες στη διατύπωση και στη διατήρηση αυτής της διάκρισης με όλη τη σημασία της. Σύμφωνα με όσα διαβάζουμε σε ένα εγχειρίδιο πολιτικής επιστήμης:

ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό είναι γιατί, αν προτιθέμεθα να αποδώσουμε το πραγματικό νόημά της στη διάκριση μεταξύ συντακτικής εξουσίας και συντεταγμένης εξουσίας, είμαστε υποχρεωμένοι να τις τοποθετήσουμε σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Οι συντεταγμένες εξουσίες υφίστανται μόνο μέσα στο κράτος: δεδομένου ότι δεν μπορούν να διαχωριστούν από μια προκαθορισμένη συνταγματική τάξη, χρειάζονται ένα κρατικό πλαίσιο του οποίου την πραγματικότητα καταδεικνύουν. Αντιθέτως, η συντακτική εξουσία τοποθετείται έξω από το κράτος· δεν του οφείλει απολύτως τίποτα, υπάρχει και δίχως αυτό, είναι η ακένωτη πηγή.

Από εδώ προκύπτει και η αδυναμία να οικοδομηθεί με αρμονικό τρόπο η σχέση μεταξύ των δύο εξουσιών, η οποία εκδηλώνεται, ιδιαιτέρως, όχι μόνο όταν πρόκειται να κατανοήσουμε τη δικαιική φύση της δικτατορίας και της κατάστασης εξαίρεσης, αλλά και σχετικά με την αναθεωρητική εξουσία, η οποία συχνά προβλέπεται και από το ίδιο το κείμενο των συνταγμάτων. Σε αντίθεση με τη θέση που υποστηρίζει τον αρχέγονο και μη αναγώγιμο χαρακτήρα της συντακτικής εξουσίας, η οποία επ’ ουδενί τρόπω δεν μπορεί να εξαρτάται ή να εξαναγκάζεται από μια καθορισμένη δικαιική τάξη και που παραμένει απαραιτήτως εξωτερική προς κάθε συντεταγμένη εξουσία, στις ημέρες μας συναντά όλο και μεγαλύτερη συναίνεση και εντονότερες επιδοκιμασίες (στη σφαίρα της γενικότερης σύγχρονης τάσης να ρυθμίζονται τα πάντα μέσω κανόνων) η αντίστροφη άποψη, η οποία αποσκοπεί να αναγάγει τη συντακτική εξουσία στην αναθεωρητική εξουσία, όπως προβλέπεται από το σύνταγμα, και η οποία θέτει κατά μέρος ως προδικαιική ή καθαρά πραγματολογική την εξουσία από την οποία προήλθε το σύνταγμα. Ήδη από την επαύριον του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, ο Benjamin, χρησιμοποιώντας λόγια τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν απολέσει στο ελάχιστο την επικαιρότητά τους, ασκεί κριτική σε αυτή την τάση, παρουσιάζοντας τη σχέση μεταξύ συντακτικής εξουσίας και συντεταγμένης εξουσίας ως σχέση μεταξύ βίας που θέτει το δίκαιο και βίας που το συντηρεί:

Όσο μειώνεται η συνειδητοποίηση της λανθάνουσας παρουσίας της βίας εντός ενός νομικού θεσμού τόσο αυτός παρακμάζει. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν σήμερα τα κοινοβούλια. Παρουσιάζουν τους γνωστούς αξιολύπητους θεατρινισμούς γιατί δεν διατήρησαν τη συνείδηση των επαναστατικών δυνάμεων στις οποίες οφείλουν την ύπαρξή τους… Κι αυτό γιατί τους λείπει η αίσθηση της νομοθετικής βίας που εμπεριέχουν. Είναι επόμενο, λοιπόν, να μην παίρνουν αποφάσεις αντάξιες τέτοιας βίας, αλλά, μέσα σε συμβιβαστικά πλαίσια, να χειρίζονται μ’ ένα δήθεν μη βίαιο τρόπο, τις πολιτικές υποθέσεις.

Αλλά η άλλη θέση (εκείνη της δημοκρατικο-επαναστατικής παράδοσης) η οποία προσδοκά να διατηρήσει τη συντακτική εξουσία στην κυρίαρχη υπέρβαση της εν σχέσει προς κάθε συντεταγμένη τάξη, κινδυνεύει εξίσου να παραμείνει δέσμια στο παράδοξο που επιχειρήσαμε να περιγράψουμε μέχρι εδώ. Καθότι, αν η συντακτική εξουσία, ως βία που θέτει το δίκαιο, είναι ασφαλώς πιο ευγενής από εκείνη που το συντηρεί, δεν κατέχει, εντούτοις, η ίδια κανέναν τίτλο που να μπορεί να νομιμοποιεί την ετερότητα· απεναντίας, διατηρεί πάντα με τη συντεταγμένη εξουσία μια διφορούμενη και ανεξάλειπτη σχέση. Από τη σκοπιά αυτή η περίφημη θέση του Sieyés, σύμφωνα με την οποία «το σύνταγμα υποθέτει πρωτίστως μια συντακτική εξουσία», δεν αποτελεί απλώς, όπως παρατήρησαν ορισμένοι, μια αυταπόδεικτη αλήθεια: αυτή θα πρέπει να γίνει αντιληπτή μάλλον με την έννοια ότι το σύνταγμα προϋποτίθεται ως συντακτική εξουσία και, υπό αυτή τη μορφή, εκφράζει με τον πλέον πολύσημο τρόπο το παράδοξο της κυριαρχίας. Όπως η κυρίαρχη εξουσία προϋποτίθεται ως φυσική κατάσταση, η οποία διατηρείται σε σχέση αναθέματος με το κράτος δικαίου, έτσι και διασπάται σε συντακτική εξουσία και σε συντεταγμένη εξουσία και σχετίζεται με αμφότερες, τοποθετούμενη στο σημείο αδιακρισίας τους.

Από την πλευρά του ο Sieyés είχε απόλυτη επίγνωση αυτής της συνεπαγωγής, γι’ αυτό και τοποθετούσε τη συντακτική εξουσία (την οποία αναγνώριζε στο «έθνος»), σε μια φυσική κατάσταση εκτός του κοινωνικού δεσμού: «Οφείλουμε να αντιλαμβανόμαστε τα έθνη της γης ως άτομα, εκτός κοινωνικού δεσμού… εντός της φυσικής κατάστασης».

Η Η. Arendt, που μνημονεύει αυτό το απόσπασμα στο δικό της On revolution, περιγράφει την ανάδυση μιας μορφής κυριαρχίας κατά τη διάρκεια των επαναστατικών διαδικασιών ως απαίτηση μιας απόλυτης αρχής ικανής να θεμελιώσει τη νομοθετική πράξη της συντακτικής εξουσίας και καταδεικνύει με ποιο τρόπο αυτή η απαίτηση (παρούσα ακόμα και στην ιδέα του Υπέρτατου Όντος του Robespierre) καταλήγει να περιπλακεί σε έναν φαύλο κύκλο:

Εκείνο από το οποίο αυτός [ο Robespierre] είχε ανάγκη δεν ήταν μόνο ένα «Υπέρτατο Ον», όρος που δεν ήταν δικός του- αλλά, απεναντίας, ό,τι ο ίδιος αποκαλούσε «Αθάνατο Νομοθέτη», και που, σε ένα διαφορετικό συγκείμενο, αποκάλεσε επίσης «μια διαρκή έκκληση στη Δικαιοσύνη». Με όρους της Γαλλικής Επανάστασης, είχε ανάγκη μιας πανταχού παρούσας υπερβατικής πηγής αυθεντίας, η οποία δεν μπορούσε να ταυτιστεί με τη γενική θέληση ούτε του έθνους ούτε και της ίδιας της επανάστασης, έτσι ώστε μια «απόλυτη κυριαρχία» – η «δεσποτική εξουσία» του Blackstone- να μπορούσε να παράσχει κυριαρχία στο έθνος και μια απόλυτη αθανασία να μπορούσε να εγγυηθεί, αν όχι την αθανασία, τουλάχιστον κάποια διάρκεια και μια σχετική σταθερότητα στη δημοκρατία.

Στην προκειμένη περίπτωση το θεμελιώδες πρόβλημα δεν αφορά τόσο τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε μια συντακτική εξουσία η οποία δεν εξαντλείται ποτέ σε συντεταγμένη εξουσία (πρόβλημα όχι εύκολο, αλλά τουλάχιστον επιλύσιμο σε θεωρητικό επίπεδο), όσο τον τρόπο με τον οποίο θα ήταν εφικτό να διακριθεί με σαφήνεια η συντακτική εξουσία από την κυρίαρχη εξουσία (και αυτό είναι ζήτημα πολύ πιο δυσεπίλυτο). Στην εποχή μας δεν έλειψαν ασφαλώς οι απόπειρες στοχασμού και εμβάθυνσης της διατήρησης της συντακτικής εξουσίας, οι οποίες μάλιστα μας έγιναν οικείες χάρη στην τροτσκιστική έννοια της «διαρκούς επανάστασης» και την αντίστοιχη μαοϊκή της «συνεχούς, αδιάκοπης επανάστασης». Σε μια ανάλογη προοπτική ακόμη και η εξουσία των συμβουλίων (που τίποτα δεν μας εμποδίζει να την αντιλαμβανόμαστε ως σταθερή, μολονότι στην πραγματικότητα οι συντεταγμένες επαναστατικές εξουσίες έκαναν τα πάντα για να την εξαλείψουν) θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια επιβίωση της συντακτικής εξουσίας στη συντεταγμένη εξουσία. Αλλά και οι δυο μεγάλοι ενταφιαστές των αυθόρμητων συμβουλίων, το λενινιστικό κόμμα και το ναζιστικό κόμμα, εμφανίζονται κατά κάποιο τρόπο ως η διατήρηση ενός συντακτικού αιτήματος πλάι στη συντεταγμένη εξουσία.

Η χαρακτηριστική δυϊκή δομή των μεγάλων ολοκληρωτικών κρατών του 20ου αιώνα (Σοβιετική Ένωση και ναζιστική Γερμανία), που τόσο πολύ δυσκόλεψε και προβλημάτισε τους ιστορικούς του δημοσίου δικαίου, επειδή σε αυτήν το Κόμμα-κράτος παρουσιάζεται ως αντίγραφο της κρατικής οργάνωσης, θα μπορούσε να θεωρηθεί, από αυτή την οπτική, ως μια ενδιαφέρουσα, αν και παράδοξη, τεχνικο-δικαιική λύση του προβλήματος της διατήρησης της συντακτικής εξουσίας. Παρ’ όλα αυτά είναι εξίσου βέβαιο πως και στις δύο περιπτώσεις η συντακτική εξουσία ή παρουσιάζεται ως έκφραση μιας κυρίαρχης εξουσίας ή δεν μας επιτρέπει να την απομονώσουμε εύκολα από την κυρίαρχη εξουσία. Η αναλογία μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και ναζιστικής Γερμανίας είναι εξαιρετικά στενή, στον βαθμό που και στις δύο περιπτώσεις το ερώτημα «πού;» είναι ουσιαστικής σημασίας, από τη στιγμή που ούτε η συντακτική εξουσία ούτε ο κυρίαρχος μπορούν να τοποθετηθούν εξ ολοκλήρου εντός ή εξ ολοκλήρου εκτός τής συντεταγμένης τάξης.

Ο Schmitt θεωρεί τη συντακτική εξουσία ως «μια λαϊκή θέληση», η οποία είναι σε θέση να «λάβει τη θεμελιώδη συγκεκριμένη απόφαση περί του είδους και της μορφής της ίδιας πολιτικής υπόστασης». Σαν τέτοια, βρίσκεται «πριν και υπεράνω κάθε συνταγματικής νομοθετικής διαδικασίας», δεν μπορεί να αναχθεί στο επίπεδο των κανόνων και θεωρητικώς διακρίνεται από την κυρίαρχη εξουσία. Αλλά αν, όπως συμβαίνει (σύμφωνα με τον ίδιο τον Schmitt) αρχής γενομένης ήδη από τον Siejés, η συντακτική εξουσία ταυτίζεται με τη συντακτική θέληση του λαού ή του έθνους, τότε δεν είναι σαφές το κριτήριο που επιτρέπει να τη διακρίνουμε από τη λαϊκή ή εθνική κυριαρχία και, έτσι, συντακτικό υποκείμενο και κυρίαρχο υποκείμενο τείνουν να συγχέονται. Ο Schmitt ασκεί κριτική στη φιλελεύθερη απόπειρα να «περικλειστεί και να περιοριστεί πλήρως μέσω γραπτών νόμων η άσκηση της κρατικής εξουσίας», υποστηρίζοντας την κυριαρχία του συντάγματος ή της θεμελιώδους charte: οι κατάλληλοι όροι για την αναθεώρηση του συντάγματος «δεν καθίστανται συνεπεία αυτής της καταλληλότητας κυρίαρχοι ούτε τιτλούχοι-κάτοχοι μιας συντακτικής εξουσίας», και η αναπόφευκτη συνέπεια είναι η παραγωγή «απόκρυφων πράξεων κυριαρχίας». Σε αυτή την προοπτική, συντακτική εξουσία και κυρίαρχη εξουσία υπερβαίνουν αμφότερες το επίπεδο του κανόνα (ακόμη και αν πρόκειται για τον θεμελιώδη κανόνα), αλλά η συμμετρία αυτής της περίσσειας μαρτυρά μια εγγύτητα η οποία μπορεί να καταλήξει και στην απόλυτη ταύτιση.

Ο Antonio Negri, σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, ανέλαβε να δείξει τη μη αναγωγιμότητα της συντακτικής εξουσίας (οριζόμενης ως «πράξης μιας συστατικής ενέργειας, ανανεούμενης στην ελευθερία, που οργανώνεται στη συνέχεια ενός ελεύθερου πράττειν») σε οποιαδήποτε μορφή συντεταγμένης τάξης και, ταυτοχρόνως, να απορρίψει τη θέση ότι μπορεί να αναχθεί στην αρχή της κυριαρχίας. «Η αλήθεια της συντακτικής εξουσίας», γράφει ο Negri, «δεν είναι εκείνη που (με οποιονδήποτε τρόπο) μπορεί να της αποδοθεί από την έννοια της κυριαρχίας. Δεν είναι αυτή, γιατί η συντακτική εξουσία όχι μόνο δεν εκπορεύεται (όπως είναι προφανές) από τη συντεταγμένη εξουσία, αλλά δεν είναι ούτε και η καθιέρωση της συντεταγμένης εξουσίας: συνιστά την ενέργεια της επιλογής, τον ακριβή προσδιορισμό που διανοίγει έναν ορίζοντα, τον ριζικό μηχανισμό εκείνου που δεν υφίσταται ακόμα και του οποίου οι συνθήκες ύπαρξης προβλέπουν ότι η ιδρυτική και δημιουργική πράξη δεν θα απολέσει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της στη δημιουργία. Όταν η συντακτική εξουσία θέτει σε πράξη τη συντακτική διαδικασία, κάθε προσδιορισμός είναι ελεύθερος και ελεύθερος παραμένει. Απεναντίας, η κυριαρχία παρουσιάζεται ως παγίωση της συντακτικής εξουσίας, συνεπώς ως λήξη αυτής, ως φθίση της ελευθερίας της οποίας είναι φορέας». Το πρόβλημα της διάκρισης συντακτικής εξουσίας και κυρίαρχης εξουσίας είναι, ασφαλώς, ουσιώδες· αλλά το γεγονός ότι η συντακτική εξουσία δεν απορρέει από τη συντεταγμένη τάξη ούτε περιορίζεται να τη θεσπίσει και ότι, από την άλλη πλευρά, συνιστά ελεύθερη πράξη, δεν σημαίνει ακόμα τίποτε όσον αφορά την ετερότητά της εν σχέσει προς την κυρίαρχη εξουσία. Αν η ανάλυσή μας της αρχέγονης δομής της κυριαρχίας ως αναθεματισμού και εγκατάλειψης είναι ακριβής, τότε, πράγματι, αυτά τα γνωρίσματα προσιδιάζουν και στην κυρίαρχη εξουσία, και ο Negri, στη διεξοδικότατη ανάλυσή του της ιστορικής φαινομενολογίας της συντακτικής εξουσίας, δεν μπορεί να αντλήσει από πουθενά το κριτήριο που επιτρέπει να την απομονώσουμε από την κυρίαρχη εξουσία.

Θα λέγαμε μάλλον ότι το ενδιαφέρον του βιβλίου του Negri έγκειται στην τελική προοπτική που αυτό διανοίγει, στον βαθμό που δείχνει ότι η συντακτική εξουσία, από τη στιγμή που θα την εννοήσουμε σε όλη τη ριζοσπαστικότητά της, παύει να είναι ένας πολιτικός όρος με τη στενή έννοια και προβάλλει αναπόφευκτα ως μια κατηγορία της οντολογίας. Το πρόβλημα της συντακτικής εξουσίας καθίσταται τότε το πρόβλημα «της σύστασης της δύναμης» (costituzione délia potenza) και η άλυτη διαλεκτική μεταξύ συντακτικής εξουσίας και συντεταγμένης εξουσίας παραχωρεί τη θέση της σε μια νέα άρθρωση της σχέσης μεταξύ δύναμης και ενέργειας, κάτι που απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ μια επανεξέταση των οντολογικών κατηγοριών της τροπικότητας στο σύνολό τους. Έτσι το πρόβλημα μετατοπίζεται από την πολιτική φιλοσοφία στην πρώτη φιλοσοφία (ή, αν θέλετε, η πολιτική εντάσσεται εκ νέου στο οντολογικό πλαίσιο της). Πράγματι, μόνο μια εξ ολοκλήρου νέα σύζευξη δυνατότητας και πραγματικότητας, ενδεχομενικότητας και αναγκαιότητας και όλων των άλλων παθών του όντος, θα μας επιτρέψει να αποκόψουμε τον δεσμό που ενώνει κυριαρχία και συντακτική εξουσία: και μόνο αν κατορθώσουμε να στοχαστούμε υπό μια νέα οπτική τη σχέση μεταξύ δύναμης και ενέργειας και, ακόμα περισσότερο, να σκεφτούμε επέκεινα αυτής της σχέσης, θα καταστεί δυνατό να συλλάβουμε μια συντακτική εξουσία εξ ολοκλήρου απαλλαγμένη από το κυρίαρχο ανάθεμα. Όσο μια καινούργια και συνεπής οντολογία της δύναμης (πέρα από τα βήματα που υλοποίησαν προς αυτή την κατεύθυνση οι Spinoza, Schelling, Nietzsche και Heidegger) δεν αντικαθιστά την οντολογία που θεμελιώνεται στην πρωτοκαθεδρία της ενέργειας και στη σχέση της με τη δύναμη, θα παραμένει αδιανόητη μια πολιτική θεωρία απαλλαγμένη από τις απορίες της κυριαρχίας.

Η σχέση μεταξύ συντακτικής εξουσίας και συντεταγμένης εξουσίας είναι εξίσου πολύπλοκη με εκείνη που ο Αριστοτέλης εισάγει μεταξύ δυνάμεως και ενεργείας, και, σε τελευταία ανάλυση, εξαρτάται (όπως, ίσως, κάθε αυθεντική κατανόηση της κυριαρχίας) από τον τρόπο με τον οποίο στοχαζόμαστε την ύπαρξη και την αυτονομία της δύναμης. Πράγματι, στη σκέψη του Αριστοτέλη, από τη μια πλευρά, η δύναμη προηγείται της ενέργειας και την καθορίζει, από την άλλη δίνει την εντύπωση πως ουσιαστικά υποτάσσεται σε αυτή. Αντίθετα από τους μεγαρικούς, οι οποίοι (όπως και όσοι σημερινοί πολιτικοί επιδιώκουν να αναγάγουν τη συντακτική εξουσία σε συντεταγμένη εξουσία) υποστηρίζουν ότι η δύναμη υφίσταται μόνο στην ενέργεια (ενεργγί μόνον άύνασθαι), ο Αριστοτέλης παρ’όλα αυτά φροντίζει να επιβεβαιώνει κάθε φορά την αυτόνομη ύπαρξη της δύναμης, το προφανές για τον ίδιο γεγονός ότι ο κιθαρωδός διατηρεί ακέραιη τη δύναμή του να κιθαρωδεί (δηλαδή, παραμένει κιθαρωδός), ακόμα και όταν δεν κιθαρωδεί, και ο αρχιτέκτονας τη δύναμή του να οικοδομεί, ακόμα και όταν δεν οικοδομεί. Ό,τι ο ίδιος προτίθεται να στοχαστεί στο βιβλίο Θ’ του έργου του Μετά τα Φυσικά δεν είναι, με άλλα λόγια, η δύναμη ως καθαρή λογική πιθανότητα, αλλά οι συγκεκριμένοι πραγματικοί τρόποι ύπαρξής της. Για τον λόγο αυτό, επειδή, δηλαδή, η δύναμη δεν πρέπει να χάνεται αμέσως στην ενέργεια, αλλά πρέπει να διαθέτει μια ξεχωριστή ιδιοσυστασία, είναι απαραίτητο να είναι σε θέση να μη περνά στην ενέργεια, δηλαδή να αποτελεί συστατικώς δύναμη να μην (κάνει ή είναι), ή, όπως λέει ο Αριστοτέλης, να είναι επίσης αδυναμία. Ο Αριστοτέλης διατυπώνει με αποφασιστικότητα αυτή την αρχή – η οποία, υπό μια έννοια, αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρη η αριστοτελική θεωρία της δύναμης – σε μια επιγραμματική φόρμουλα: «έτσι ώστε κάθε δύναμη του ίδιου πράγματος και ως προς την ίδια αναφορά αντιστοιχεί σε μια αδυναμία» («ατού αύτοΰ και κατά το αυτό πάσα άυναμις αδυναμία», Μετά τα Φυσικά, 1046a, 32). Ή, ακόμα πιο ρητά:

«Αυτό, επομένως, που είναι δυνατόν να είναι, ενδέχεται και να είναι και να μην είναι· συνεπώς το ίδιο πράγμα είναι δυνατόν τόσο να είναι όσο και να μην είναι («το ίυνατον ένδεχεταί είναι και μη είναι»)» (Μετά τα Φυσικά, 1050b, 10)».

Η δύναμη που υφίσταται είναι ακριβώς αυτή η ίδια δύναμη που μπορεί να μην περάσει στην ενέργεια (αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Αβικέννας -ακολουθώντας πιστά, στο σημείο αυτό, την αριστοτελική πρόθεση- την αποκαλεί «τέλεια δύναμη» και, στην προσπάθειά του να την καταστήσει κατανοητή χρησιμοποιεί σαν παράδειγμα τη φιγούρα ενός γραφέα τη στιγμή που δεν γράφει). Αυτή διατηρείται σε σχέση με την ενέργεια στη μορφή της αναστολής της, δύναταί την ενέργεια δυναμένη να μην την πραγματοποιήσει, δύναται κυριαρχικός την αδυναμία της. Αλλά σε μια τέτοια προοπτική πώς μπορούμε να στοχαστούμε το πέρασμα στην πράξη; Αν κάθε δύναμη (να είναι ή να κάνει) είναι επίσης, πρωταρχικώς, δύναμη να μην (είναι ή κάνει), πώς καθίσταται εφικτή η υλοποίηση μιας ενέργειας; Η απάντηση του Αριστοτέλη εμπεριέχεται σε έναν ορισμό που συνιστά μια από τις οξυδερκέστερες επιδόσεις της φιλοσοφικής μεγαλοφυΐας του και, ως τέτοια, συχνά παρερμηνεύτηκε:

«εστι δέ δυνατόν τοΰτο ω εάν ύπαρξη ή ενέργεια ου λέγεται έχειν την δύναμιν, ουθέν ϊσται αδύνατον». (Δυνατόν, λοιπόν, είναι αυτό στο οποίο αν υπάρξει η ενέργεια εκείνου του οποίου λέγεται ότι έχει τη δύναμη, δεν θα είναι καθόλου αδύνατον).

Οι τρεις τελευταίες λέξεις του ορισμού (ουθέν ϊσται αδύνατον) δεν σημαίνουν, όπως υποστηρίζει η κοινή ερμηνεία που καθιστά τον ορισμό εντελώς αγοραίο, «δεν υπάρχει τίποτα το αδύνατον» (δηλαδή: είναι δυνατόν αυτό που δεν είναι αδύνατον)· αντιθέτως, θεσπίζουν τη συνθήκη στην οποία η δύναμη, που είναι σε θέση τόσο να είναι όσο και να μην είναι, δύναται να υλοποιηθεί. Ό,τι είναι δυνάμει μπορεί να περάσει στην ενέργεια μόνο στο σημείο στο οποίο αποθέτει τη δυνατότητα να μην είναι (την αδυναμία του). Αυτή η απόθεση της αδυναμίας δεν σημαίνει την καταστροφή της, αλλά, απεναντίας την ολοκλήρωσή της, την περιστροφή της δύναμης γύρω από τον εαυτό της, ώστε να δοθεί στον εαυτό της, να συντελεστεί εντός του όντος. Σε ένα απόσπασμα του Περί ψυχής (417b, 2-1θ), όπου ο Αριστοτέλης εκφράζει ίσως με τον πληρέστερο τρόπο τη φύση της τέλειας δύναμης, περιγράφει το πέρασμα στην ενέργεια (στην περίπτωση των τεχνών και των ανθρώπινων γνώσεων, που βρίσκονται και στο κέντρο του βιβλίου Θ’ του Μετά τα Φυσικά) όχι ως αλλοίωση ή ως καταστροφή της δύναμης στην ενέργεια, αλλά ως διατήρηση και ως «δόσιμο στον εαυτό της» της δύναμης.

Ούτε και το πάθος, όμως, έχει μία μόνο σημασία· αλλά, τη μια, σημαίνει κάποια φθορά που προκαλείται από το αντίθετο, ενώ την άλλη είναι, μάλλον, διατήρηση (σωτηρία) του όντος που βρίσκεται σε κατάσταση δυνατότητας από εκείνο που είναι σε εντελέχεια και όμοια με το πρώτο, με τον ίδιο τρόπο που σχετίζεται η δυνατότητα με την εντελέχεια· γιατί, με την άσκηση της γνώσης γίνεται σοφό το ον που κατέχει τη γνώση, πράγμα το οποίο είτε δεν είναι αλλοίωση (γιατί η πρόοδος συντελείται μέσα σε εκείνο και με στόχο την εντελέχειά του).

Στην πραγματικότητα, περιγράφοντας με αυτόν τον τρόπο την αυθεντικότερη φύση της δύναμης, ο Αριστοτέλης προσέφερε στη δυτική φιλοσοφία το παράδειγμα της κυριαρχίας. Δεδομένου ότι στη δομή της δύναμης, η οποία διατηρείται σε σχέση με την ενέργεια ακριβώς μέσω της δυνατότητάς της να μην είναι, αντιστοιχεί η δομή του κυρίαρχου αναθέματος, το οποίο εφαρμόζεται στην εξαίρεση απεφαρμοζόμενο, παύοντας δηλαδή να τηρείται. Η δύναμη (στη διττή όψη δύναμης να και δύναμης να μην) είναι ο τρόπος διαμέσου του οποίου το είναι θεμελιώνεται κυριαρχικώς, δηλαδή δίχως να προηγείται κάτι άλλο, δίχως να υπόκειται σε κάτι άλλο και δίχως να καθορίζεται από κάτι άλλο (η αρχή του superiorem non recognoscens), εκτός από την ίδια τη δυνατότητά του να είναι. Και κυρίαρχη είναι εκείνη η ενέργεια που υλοποιείται απλώς αίροντας τη δυνατότητά της να μην είναι, που αφήνεται να είναι, προσφερόμενη στον εαυτό της.

Από εδώ έλκει την προέλευσή της η συστατική αμφισημία της αριστοτελικής θεωρίας της δυνάμεως-ενεργείας: αν για έναν αναγνώστη που διεξέρχεται το βιβλίο Θ’ του Μετά τα Φυσικά με νου ελεύθερο από προκαταλήψεις κληροδοτημένες από την παράδοση δεν είναι ποτέ εντελώς ξεκάθαρο αν την πρωτοκαθεδρία την κατέχει όντως η ενέργεια ή, αντιθέτως, η δύναμη, αυτό δεν οφείλεται σε αναποφασιστικότητα ή, ακόμα χειρότερο, σε μια αντίφαση της σκέψης του φιλοσόφου, αλλά στο γεγονός ότι δύναμη και ενέργεια δεν συνιστούν παρά τις δύο όψεις της διαδικασίας αυτοθεμελίωσης του είναι. Η κυριαρχία είναι πάντοτε διττή, γιατί το είναι αυτοαναστέλλεται διατηρούμενο, ως δύναμη, σε σχέση αναθέματος (ή εγκατάλειψης) με τον εαυτό του, για να υλοποιηθεί εν συνεχεία ως απόλυτη ενέργεια (που δεν προϋποθέτει, δηλαδή, τίποτα άλλο παρά αυτή καθαυτή τη δύναμή του). Οριακώς, καθαρή δύναμη και καθαρή ενέργεια είναι αδιάκριτα και ακριβώς αυτή η ζώνη αδιακρισίας είναι ο κυρίαρχος (στο Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλη, αυτό αντιστοιχεί στη μορφή της «σκέψης της σκέψης», δηλαδή μιας σκέψης που σκέφτεται ενεργεία μόνο τη δυνατότητά της να σκέφτεται).

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να στοχαζόμαστε μια «σύσταση της δύναμης» πλήρως χειραφετημένη από την αρχή της κυριαρχίας και μια συντακτική εξουσία η οποία θα έχει οριστικώς διαρρήξει το ανάθεμα (bande) που τη δένει στην κατεστημένη εξουσία. Πράγματι, δεν αρκεί η συντακτική εξουσία να μην εξαντλείται ποτέ σε συντεταγμένη εξουσία: ακόμα και η κυρίαρχη εξουσία μπορεί να διατηρείται επ’ αόριστον ως τέτοια, χωρίς να περνά ποτέ στην ενέργεια (και προβοκάτορας είναι ακριβώς εκείνος που αποπειράται να την εξαναγκάσει να μεταφραστεί σε ενέργεια). Οφείλουμε μάλλον να στοχαζόμαστε την ύπαρξη της δύναμης δίχως καμιά σχέση με το ενεργεία ον -ούτε ακόμα και στην ακραία μορφή του αναθέματος και της δύναμης να μην είναι- και την ενέργεια όχι πλέον ως περάτωση και εκδήλωση της δύναμης – ούτε και στη μορφή του δοσίματος του εαυτού και της παραχώρησης να είναι. Ωστόσο κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν ούτε λίγο ούτε πολύ να αντιλαμβανόμαστε την οντολογία και την πολιτική πέρα από κάθε τύπο σχέσης, ακόμα και όταν πρόκειται για μια σχέση-όριο όπως είναι το κυρίαρχο ανάθεμα· αλλά αυτό ακριβώς είναι εκείνο που πολλοί σήμερα δεν δείχνουν ούτε την ελάχιστη διάθεση να πράξουν.

Έχει ήδη υπογραμμιστεί πως η αρχή της δύναμης είναι σύμφυτη σε κάθε ορισμό της κυριαρχίας. Κατ’ αυτή την έννοια ο Mairet παρατήρησε ότι το κυρίαρχο κράτος θεμελιώνεται πάνω σε μια «ιδεολογία της δύναμης», η οποία συνίσταται στο «να οδηγηθούν σε ενότητα τα δύο στοιχεία της κάθε εξουσίας… η αρχή της δύναμης και η μορφή της άσκησής της». Εδώ η κεντρική ιδέα είναι ότι «η δύναμη υφίσταται πριν ακόμη ασκηθεί, και ότι η υπακοή προηγείται των θεσμών που την καθιστούν εφικτή». Ότι αυτή η ιδεολογία έχει στην πραγματικότητα μυθολογικό χαρακτήρα μάς το υποδεικνύει ο ίδιος συγγραφέας: «πρόκειται για αληθινό μύθο, στα μυστικά του οποίου δεν κατορθώσαμε μέχρι σήμερα να διεισδύσουμε· εντούτοις το στοιχείο αυτό συνιστά ίσως το μυστικό κάθε εξουσίας». Μετερχόμενοι τη μορφή της σχέσης εγκατάλειψης και «δύναμης να μην», επιδιώξαμε να φέρουμε στην επιφάνεια ακριβώς τη δομή αυτού του μυστηρίου· αλλά στο σημείο αυτό προσκρούουμε όχι τόσο σε ένα μυθολόγημα αυτό καθαυτό, αλλά στην οντολογική ρίζα κάθε πολιτικής εξουσίας (για τον Αριστοτέλη, δύναμη και ενέργεια συνιστούν πρωτίστως δύο κατηγορίες της οντολογίας, δύο τρόπους με τους οποίους το «είναι λέγεται»).

Στη νεωτερική σκέψη μπορούμε να εντοπίσουμε σπάνιες, αλλά ενδεικτικές απόπειρες στοχασμού και θεώρησης του είναι επέκεινα της αρχής της κυριαρχίας. Ο Schelling, στη Philosophie der Offenbarung (Φιλοσοφία της αποκάλυψης), στοχάζεται μια απόλυτη οντότητα η οποία δεν προϋποθέτει κάποια δύναμη και δεν υφίσταται ποτέ per transitum de potentia ad actum. Στα έργα του ύστερου Nietzsche η αιώνια επιστροφή του ιδίου δίνει μορφή στην αδυνατότητα διάκρισης της δύναμης από την ενέργεια, έτσι όπως η Amor fati καταλήγει στην αδυνατότητα να διακρίνουμε την ενδεχομενικότητα από την αναγκαιότητα. Παρομοίως, στον Heidegger, στην εγκατάλειψη και στο Ereignis, φαίνεται ότι το ίδιο το είναι έχει απογυμνωθεί και έχει παραιτηθεί από κάθε κυριαρχία. Ο Bataille, ο οποίος παραμένει ένας στοχαστής της κυριαρχίας, στην αρνητικότητα άνευ δέσμευσης και στην désœuvrement συνέλαβε μια οριακή διάσταση όπου η «δύναμη να μην» δεν φαίνεται πλέον να μπορεί να υπαχθεί στη δομή του κυρίαρχου αναθέματος. Εντούτοις η εντονότερη ένσταση εναντίον της αρχής της κυριαρχίας εμπεριέχεται σε έναν ήρωα του Melville, τον Μπάρτλεμπυ, τον γραφιά που, με το δικό του ξεχωριστό «θα προτιμούσα όχι», «θα προτιμούσα να μην», ανθίσταται σε κάθε δυνατότητα απόφασης μεταξύ δύναμης να και δύναμης να μην. Αυτές οι μορφές ωθούν στα όρια την απορία της κυριαρχίας, αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν κατορθώνουν να απαλλαγούν παντελώς από το ανάθεμά της. Αποδεικνύουν πως η λύση του αναθέματος, όπως και εκείνη του γόρδιου δεσμού, δεν ομοιάζει τόσο με τη λύση ενός λογικού ή μαθηματικού προβλήματος όσο με εκείνη ενός αινίγματος. Στο σημείο αυτό η μεταφυσική απορία αποκαλύπτει την πολιτική φύση της.

Ο Giorgio Agamben σπούδασε Νομική και Φιλοσοφία, ενώ έκανε την διατριβή του πάνω στην Γαλλίδα φιλόσοφο και πολιτική ακτιβίστρια Simone Weil. Κατείχε τη θέση του καθηγητή Αισθητικής στο Πανεπιστήμιο IUAV της Βενετίας μέχρι το 2009, οπότε και παραιτήθηκε. Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τη σκέψη και τις ιδέες των Walter Bendix Schönflies Benjamin και Jacob Taubes, ενώ επηρεάστηκε από το έργο των Jacques Derrida, Guy Debord, Hannah Arendt, Aby Warburg, Carl Schmitt και Friedrich Wilhelm Nietzsche. Τα έργα του προσεγγίζουν διαφορετικά ερωτήματα για την γλώσσα, την θεολογία του Αποστόλου Παύλου υπό την επιρροή του έργου του Taubes, το ζώο και τον άνθρωπο, την γραμμή του Martin Heidegger, την επιθυμία, τα πάθη, σχετικά με τον Αριστοτέλη και τον Sigmund Freud.

Advertisements