Canto General

Pre - Hispanic America (Book cover for Pablo Neruda's Canto General), 1950, Diego Rivera.

Pre – Hispanic America (Book cover for Pablo Neruda’s Canto General), 1950, Diego Rivera.

Το Canto General είναι το δέκατο ποιητικό βιβλίο του Pablo Neruda. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1950 στο Μεξικό (Talleres Gráficos de la Nación). Ο Neruda άρχισε να γράφει το έργο το 1938. Το «Γενικό Τραγούδι» (Canto General) αποτελείται από 15 Cantos, 231 ποιήματα και περισσότερους από 15.000 στίχους. Μέσα από ένα ουμανιστικό πρίσμα, ο Νeruda σκιαγραφεί τον αγώνα της Νότιας Αμερικής για ανεξαρτησία από τα δεσμά της αποικιοκρατίας. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1950, εικονογραφήθηκε από δύο μεγάλους Μεξικανούς ζωγράφους, τον David Alfaro Siqueiros και τον Diego Rivera. Ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε το Canto General το 1972 στη Γαλλία και συνέπεσε τότε, να είναι πρέσβης της Χιλής στο Παρίσι ο Χιλιανός ποιητής, ο οποίος και παρακολούθησε κάποιες από τις πρόβες μαζί με τη σύζυγο του. Όταν ο Θεοδωράκης – τον Σεπτέμβρη του ’73 – περιόδευε στη Λατινική Αμερική και σκόπευε να παρουσιάσει το έργο στο Στάδιο του Σαντιάγο, έλαβε την είδηση, ευρισκόμενος στη Βενεζουέλα, για το στρατιωτικό πραξικόπημα του Augusto Pinochet και την ομαδική ανθρωποσφαγή στο Στάδιο του Σαντιάγο. Ο Pablo Neruda δεν έζησε για να ακούσει την ολοκληρωμένη έκδοση του μελοποιημένου Canto General, ενός αριστουργήματος μουσικής και ποιητικής πανδαισίας. Έχοντας δει τη χώρα του να πέφτει στα αιματοβαμμένα χέρια του δικτάτορα Augusto Pinochet, ο ποιητής πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1973 στο Σαντιάγκο. Ο λαός της Χιλής που είχε εκτιμήσει το πολιτισμικό αλλά και πολιτικό έργο που άφησε πίσω του ο Neruda, ξέσπασε σε μια πρώτη μαζική αντιδικτατορική διαδήλωση κατά τη διάρκεια της κηδείας του σπουδαίου δημιουργού.

«Τα μεγάλα έργα λειτουργούν από μόνα τους, πέρα από επετείους, επιβάλλονται με την παρουσία τους και τη δύναμή τους να ωθούν το παρελθόν διαρκώς προς το μέλλον. Γιατί εδώ δεν έχουμε μόνο την ψυχή ενός ανθρώπου ή ενός λαού, αλλά μιας ολόκληρης ηπείρου που αναδύεται μέσα από το προκολομβιανό παρελθόν της για να καταλάβει τη θέση που της ανήκει στην Ιστορία· όχι μόνον αυτή που έχει καταγραφεί, λησμονηθεί ή παρασιωπηθεί, αλλά και εκείνη που γράφεται στο αβέβαιο, ηρωικό και συχνά τραγικό παρόν. Έτσι και ο ιστορικός χρόνος γίνεται μυθικός χρόνος – γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα έπος που ιστορεί την ανθρώπινη μοίρα, τη μοίρα των λαών, ένα έπος της εξέγερσης, του αγώνα, του συλλογικού πάθους και των μεγάλων οραμάτων. Ο Νeruda φιλοδόξησε μέσα στο Canto General να ενσωματώσει την ιστορία της Αμερικής μιλώντας άλλοτε με τρυφερότητα και άλλοτε με οργή, με έναν λόγο που τη μια στιγμή υψώνεται πάνω από τα βουνά και τις πεδιάδες και την άλλη κατεβαίνει στα φτωχά χωριά των αγροτών. Άλλοτε βίαιος και άγρια καταγγελτικός και άλλοτε ευαίσθητος στις παραμικρότερες εσωτερικές αποχρώσεις του ατομικού βίου. Όπως ο Γουίτμαν μίλησε για τη δημοκρατία, έτσι και ο Νeruda θέλησε να μιλήσει για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την επανάσταση με έναν λόγο σωματικό σχεδόν, χοϊκό αλλά και υπερυψωμένο», έγραψε για το μνημειώδες έργο ο Αναστάσης Βιστωνίτης.

«Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι’ αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ’ αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές «Ποιητικές Πραμάτειες» που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης». Pablo Neruda

Ο Πάμπλο Νερούδα (φιλολογικό ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασοάλτο), ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Σύμφωνα με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα. Το 1971 του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας και των Κομμουνιστικών του πεποιθήσεων. Εξέδωσε πληθώρα ποιητικών συλλογών ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικά μανιφέστα. Τον Απρίλιο του 2013, 40 χρόνια μετά το θάνατό του, έγινε εκταφή της σορού του, με σκοπό να διακριβωθεί αν είχε πέσει θύμα δολοφονικής επίθεσης με δηλητήριο από πράκτορες του δικτατορικού καθεστώτος που κυβερνούσε τη Χιλή κατά το θάνατό του.

Γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου του 1904, στην πόλη Παράλ της Χιλής. Η μητέρα του πέθανε από φυματίωση έναν μήνα μετά τη γέννησή του κι έτσι ο πατέρας του, Χοσέ, σιδηροδρομικός υπάλληλος, μετακόμισε στην πόλη Τεμούκο, όπου ξαναπαντρεύτηκε. Ο Νερούδα ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία 10 ετών, αλλά ο πατέρας του τον αποθάρρυνε κι έτσι άρχισε να υπογράφει τα έργα του με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούδα, υιοθετώντας το επώνυμο του γνωστού Τσέχου συγγραφέα και ποιητή Γιαν Νερούντα. Το μικρό του όνομα εικάζεται ότι το πήρε από τον Γάλλο ποιητή Πωλ Βερλαίν.

Από πολύ νεαρή ηλικία άρχισε να διαβάζει κλασικούς Λατινοαμερικάνους και Ευρωπαίους συγγραφείς. Στο Γυμνάσιο είχε καθηγήτρια την σπουδαία Χιλιανή πεζογράφο και μετέπειτα κάτοχο του βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας Γκαμπριέλα Μιστράλ, η οποία τον μύησε στην κλασική Ρώσικη Λογοτεχνία. Εκείνη την εποχή αρχίζει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα, αρχικά με διάφορα ψευδώνυμα. Στη συνέχεια φοίτησε στο πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο και από εκεί και πέρα άρχισε η πορεία του προς την ευρεία αναγνώριση.

Το 1921 μετακόμισε στην πρωτεύουσα, Σαντιάγο, για να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία. Κατά το διάστημα των σπουδών του, εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές: Crepusculario (Ηλιοβασιλέματα, 1923) και Veinte poemas de amor y una cancion desesperada (Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα απελπισμένο άσμα, 1924), συλλογή για την οποία έγινε περισσότερο γνωστός. Αυτές οι δύο ποιητικές συλλογές τον καταξίωσαν ως μεγάλο ποιητή. Διαπιστώνοντας ότι τα έσοδά του από τα εκδιδόμενα έργα του δεν του αρκούσαν, αποφάσισε να μπει στο Διπλωματικό Σώμα, κάνοντας έτσι πολυάριθμα ταξίδια ανά τον κόσμο από το 1927 ως το 1935, ως πρόξενος στη Βιρμανία, στην Κεϋλάνη, στην Ιάβα, στη Σιγκαπούρη, στο Μπουένος Άιρες, στη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη. Το 1938, μετά από απόφαση του Λαϊκού Μετώπου της Χιλής, ο Νερούντα στέλνεται πρέσβης στο Παρίσι και αργότερα στο Μεξικό.

Η εμπειρία του από τις άθλιες συνθήκες επιβίωσης των ανθρώπων στην Ασία, τα καταπιεστικά καθεστώτα (υπήρξε ιδιαίτερα μαχητικός κατά του Ισπανικού Φρανκισμού και γενικά κάθε είδους Φασισμού) και η φιλία του με τους σχεδόν ομοϊδεάτες του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και Λουί Αραγκόν, υπήρξαν ορισμένοι από τους παράγοντες που τον οδήγησαν να ενστερνιστεί τον κομμουνισμό. Στον Φιντέλ Κάστρο είχε αφιερώσει και ένα ποίημα του, στο οποίο τον υμνούσε. Τα έργα του άρχισαν να γίνονται πιο πολιτικοποιημένα, με αποκορύφωμα το Κάντο Χενεράλ. Όταν ο Πρόεδρος Γκονσάλες Βιδέλα απαγόρευσε τον κομμουνισμό στη Χιλή, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του Νερούδα. Για τέσσερις μήνες κρυβόταν στο υπόγειο ενός σπιτιού στην πόλη Βαλπαραΐσο. Κατόπιν κατάφερε να διαφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε εξόριστος από το 1948 ως το 1952. Στο μεταξύ είχε εκλεγεί Γερουσιαστής με το Κομμουνιστικό Κόμμα Χιλής το 1948. Ανάμεσα στα μέρη που έζησε κατά την περίοδο της εξορίας του ήταν και το νησί Κάπρι της νότιας Ιταλίας, γεγονός από το οποίο είναι εμπνευσμένη η ταινία «Ο ταχυδρόμος». Στη διάρκεια της εξορίας του ταξίδεψε σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, σε πολλές από τις οποίες δεν έγινε δεκτός εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων.

Το 1949 επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν για τον εορτασμό των 100 χρόνων από τη γέννηση του σπουδαίου λογοτέχνη και ποιητή Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν. Εκεί γνώρισε τον επίσης κομμουνιστή ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, στον οποίο διηγήθηκε τα δεινά του λαού του. Γι’ αυτό το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση γράφει στην αυτοβιογραφία του: «Αγάπησα με την πρώτη ματιά τη σοβιετική γη και κατάλαβα ότι απ’ αυτήν όχι μόνον προέκυπτε ένα ηθικό μάθημα για όλες τις γωνιές της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά θα προέκυπτε και το μεγάλο πέταγμα».

Το 1971 του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας, το οποίο παρέλαβε όντας άρρωστος από καρκίνο. Βοήθησε τον σοσιαλιστή ηγέτη Σαλβαδόρ Αλιέντε στην προεκλογική του εκστρατεία, αλλά πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγο μετά τη δολοφονία του Αλιέντε από τους πραξικοπηματίες του Πινοσέτ. Υπάρχουν θεωρίες ότι δεν του παρήχθησαν οι απαραίτητες ιατρικές φροντίδες, όσο αυτός ήταν σε κατ’οίκον περιορισμό. Ο Πινοσέτ απαγόρευσε να γίνει δημόσιο γεγονός η κηδεία του Νερούντα, ωστόσο το πλήθος αψήφησε την απαγόρευση και κατέκλυσε τους δρόμους, μετατρέποντας την κηδεία στην πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής. Τα έργα του είχαν απαγορευθεί από το στρατιωτικό καθεστώς μέχρι και το 1990.

Ο μαχητικός χαρακτήρας του Νερούντα, καθώς και η συμπόνοια που έδειχνε για το λαό, μπορεί επίσης να γίνει κατανοητή και από ένα αυτοβιογραφικό του κείμενο. Συγκεκριμένα γράφει:

«Ηταν της τύχης μου να υποφέρω όσα υπόφερα και της τύχης μου να αγωνιστώ όπως αγωνίστηκα, να αγαπήσω και να τραγουδήσω όπως τραγούδησα. Γνώρισα σε διάφορα σημεία της Γης το θρίαμβο και την ήττα, έχω ζωντανή στη μνήμη μου τη γεύση του ψωμιού, αλλά και τη γεύση του αίματος. Τι περισσότερο μπορεί να θέλει ένας ποιητής; Η ζωή μου στάθηκε η ίδια η ποίησή μου και η ποίησή μου υπήρξε το στήριγμα όλων των αγώνων μου. Αν και πολλά βραβεία μού δόθηκαν (σ.σ. μεταξύ των οποίων το Βραβείο Λένιν το 1952 και το Νόμπελ το 1971), κανένα δεν μπορεί να συγκριθεί με το τελευταίο βραβείο. Να είμαι ο ποιητής του λαού μου. Το μεγάλο, το μοναδικό μου βραβείο είναι αυτό κι όχι τα βιβλία μου που μεταφράστηκαν σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, ούτε τα βιβλία που γράφτηκαν για να αναλύσουν τα λόγια μου».

 

Από το ποιητικό του έργο ξεχωρίζουν

«Crepusculario»
«Veinte poemas de amor y una canciσn desesperada»
«Residencia en la tierra»
«Tercera residencia»
«Canto general»
«Los versos del capitαn»
«Odas elementales»
«Extravagario»
«Memorial de Isla Negra» και
«Confieso que he vivido»

Advertisements