Τέχνη και Φύση

Rembrandt Harmenszoon van Rijn: «Ο Ιερεμίας πενθεί για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ»

«Οι ποιητές» έλεγε με την σπάνια ευαισθησία του ποιητή ο Πέρσυ Σέλλευ, «είναι οι κρυφοί νομοθέτες του κόσμου». Ο αφορισμός αυτός θα μπορούσε να γενικευθεί και να πούμε πως οι καλλιτέχνες είναι οι κρυφοί νομοθέτες του κόσμου. Το ερώτημα, βέβαια, είναι πώς νομοθετούν οι καλλιτέχνες και, πρωτίστως, για ποιο πράγμα νομοθετούν.

Οι καλλιτέχνες – οι ποιητές, οι μουσικοί, οι ζωγράφοι, οι χορευτές, οι γλύπτες και ούτω καθεξής – έχουν ως αποστολή να δημιουργήσουν έργα – ποιήματα, μουσικές συνθέσεις, ζωγραφικούς πίνακες, αρμονικές κινήσεις, αγάλματα κ.ά. – με τέτοιο τρόπο, ώστε, παρατηρώντας τα κανείς, να μπορεί να συναισθανθεί μιαν ιδιαίτερη ευχαρίστηση, που συνηθίζομε να την ονομάζομε ‘αισθητική απόλαυση’. Είναι το συναίσθημα – και όχι το αίσθημα – της ικανοποίησης που νιώθουμε από την παρουσία του ωραίου.

Την διαφορά μεταξύ αισθήματος και συναισθήματος μπορούμε να την καταλάβομε με το ακόλουθο παράδειγμα: ας υποθέσομε ότι ένας αριθμός ανθρώπων, κάτω από τις ίδιες, κανονικές συνθήκες, βλέπουν ένα στιλέτο με κόκκινη λαβή. Όλοι τους θα πρέπει να έχουν το ίδιο αίσθημα – το αίσθημα που προκαλεί η θέα ενός κόκκινου αντικειμένου.

Αν κάποιος, βλέποντας το στιλέτο με την κόκκινη λαβή, ισχυριστεί ότι βλέπει ένα κίτρινο αντικείμενο. είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσουμε κάποια ανωμαλία σχετικά με τον άνθρωπο αυτόν – μπορεί, ας πούμε, να έχει σοβαρό πρόβλημα στην όρασή του, μπορεί να μη ξέρει τι σημαίνει η λέξη «κίτρινο» και να έχει μάθει να την χρησιμοποιεί για να δηλώνει κόκκινα αντικείμενα, μπορεί να βρίσκεται υπό την επήρεια κάποιας ναρκωτικής ουσίας και ούτω καθεξής.

Αντίθετα, είναι θεμιτό οι άνθρωποι αυτοί να βλέπουν το ίδιο αντικείμενο, ένα στιλέτο με κόκκινη λαβή, αλλά τα συναισθήματά τους να είναι διαφορετικά ο ένας ενδεχομένως να νιώθει αποστροφή, ο άλλος έλξη, κάποιος άλλος φοβία, τρόμο και ούτω καθεξής. Το αίσθημα, δηλαδή, υπόκειται σε αντικειμενικό έλεγχο, υπό την έννοια ότι η στάση του παρατηρητή απέναντι στο αντικείμενο υπαγορεύεται και δεσμεύεται από αυτό, κατ’ αντίθεση προς την περίπτωση του συναισθήματος, του οποίου η πηγή βρίσκεται μέσα στον παρατηρητή και, ως εκ τούτου, είναι ανεξάρτητο από το αντικείμενο που παρατηρεί αυτός. Έτσι δικαιολογείται πώς συμβαίνει για το ίδιο αντικείμενο οι άνθρωποι να έχουν διαφορετικά συναισθήματα.

Το πρόβλημα εγείρεται αναφορικώς προς την αισθητική απόλαυση που νιώθουν οι άνθρωποι όταν έρχονται αντιμέτωποι με αντικείμενα που χαρακτηρίζονται από την ομορφιά τους. Κάτω από τον γενικό όρο ‘αισθητική απόλαυση’ εντάσσονται μια ποικιλία συναισθημάτων, όπως, λόγου χάριν, το συναίσθημα του φόβου που νιώθει κανείς παρακολουθώντας μια τραγωδία, ή το συναίσθημα της χαράς που νιώθει ακούγοντας το κελάηδημα ενός πουλιού, ή το συναίσθημα του δέους που νιώθει βλέποντας στην τηλεόραση ένα ηφαίστειο να εκρίγνυται, και ούτω καθεξής. Εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κάποιος πώς είναι δυνατόν τόσο ετερόκλητα μεταξύ τους συναισθήματα να συνυπάρχουν στην περιοχή της αισθητικής απόλαυσης.

Το ερώτημα, εν προκειμένω, είναι, θα έλεγα, ανάλογο προς το ερώτημα που τίθεται αναφορικώς προς την συγκρότηση της κοινωνίας των ανθρώπων. Είναι γεγονός ότι μια κοινωνία αποτελείται από διαφορετικά μεταξύ τους ανθρώπινα πλάσματα, από όντα που έχουν διαφορετικές πεποιθήσεις, διαφορετικά ενδιαφέροντα, διαφορετικές φιλοδοξίες κλπ.

Παρόλα αυτά, επειδή υπάρχουν νόμοι που ρυθμίζουν τις μεταξύ των σχέσεις, είναι δυνατόν οι άνθρωποι, αν και διαφέρουν προς αλλήλους, να συνθέτουν μιαν ενότητα – την κοινωνία. Κατά τρόπον ανάλογο, θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε ότι η συνύπαρξη ποικίλων, ετερόλητων μεταξύ τους συναισθημάτων είναι δυνατή στο πλαίσιο της αισθητικής απόλαυσης που νιώθομε από την παρουσία της ομορφιάς επειδή υπόκεινται σε ορισμένους κανόνες. Το ζήτημα, εν τοιαύτη περιπτώσει, είναι ποιος ορίζει τους κανόνες αυτούς, ποιος νομοθετεί.

Αναφορικώς προς την συγκρότηση της κοινωνίας φιλόσοφοι του 17ου και του 18ου αιώνα, όπως ο Χομπς, ο Λοκ ή ο Ρουσσώ υπέθεσαν ότι οι άνθρωποι, κάνοντας μια συμφωνία μεταξύ τους, ένα είδος σύμβασης, ένα κοινωνικό συμβόλαιο, ανέθεσαν σε κάποιον ηγεμόνα ή σε μια ομάδα ανθρώπων να συντάξει τους κανόνες βάσει των οποίων θα είναι υποχρεωμένοι να συμβιώσουν. Μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για την αισθητική απόλαυση;

Μπορούμε να πούμε ότι είναι δημιούργημα κάποιων ανθρώπων οι κανόνες βάσει των οποίων ένα αντικείμενο μπορεί να χαρακτηρισθεί ωραίο και να μας κάνει, μέσω των διαφόρων συναισθηματικών καταστάσεων – της χαράς, της λύπης, του φόβου, του δέους κ.ά. – να νιώσουμε αισθητική απόλαυση;

Από την εποχή των προσωκρατικών φιλοσόφων ήδη υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η φύση. παρά τις αντιφάσεις της, είναι σε θέση να εξασφαλίσει τους κανόνες εκείνους που μπορούν να την καταστήσουν υπόδειγμα ομορφιάς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η φύση, το σύμπαν αποκαλείται από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους «κόσμος», που σημαίνει ένα αρμονικό σύνολο πραγμάτων, ένα κόσμημα. Τα βασικά στοιχεία από τα οποία συγκροτείται ο κόσμος – το νερό, η γη, η φωτιά και ο αέρας – εξαιτίας της ανομοιογενούς ιδιοσυστασίας των βρίσκονται βέβαια σε μόνιμη σύγκρουση.

Το νερό και η φωτιά, για παράδειγμα, επιζητούν το ένα να επιβληθεί πάνω στο άλλο και να το εξαλείψει. Είναι γεγονός ότι αν βάλουμε δίπλα-δίπλα τη φωτιά και το νερό, το ένα από τα δυο στοιχεία θα διατηρηθεί και το άλλο θα εξαφανιστεί. Αν, όμως, παρά την διαμάχη μεταξύ των βασικών στοιχείων της φύσης, αυτά εξακολουθούν να υφίστανται και ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, λέει ο Αναξίμανδρος, αυτό οφείλεται σε μια δύναμη που υπάρχει μέσα στην φύση – στην αρχή της δικαιοσύνης -, η οποία εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ των αντιμαχομένων στοιχείων της.

Ωστόσο, θα μπορούσαν να διατυπωθούν σοβαρές επιφυλάξεις για την ιδέα ότι ο φυσικός κόσμος, όπως τον όρισαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως υπόδειγμα ομορφιάς. Ο Μπωντλαίρ αναφέρει ότι η ιδέα αυτή οφείλεται σε μια εξιδανίκευση της φύσης που δεν την αξίζει καθόλου. Αν σκύψουμε από πάνω από την φύση «θα δούμε», γράφει αυτός, «ότι δεν μας διδάσκει τίποτε, αλλά ότι είναι αυτή που κινεί τον άνθρωπο να σκοτώνει τον συνάνθρωπό του, να τον τρώει, να τον φυλακίζει, να τον βασανίζει.

Είναι αυτή η αλάνθαστη φύση που γέννησε την πατροκτονία, την ανθρωποφαγία και μύριες άλλες φρικαλεότητες που η σεμνότητα και η λεπτότητά μας μάς εμποδίζουν να τις ονομάσουμε. Είναι η φιλοσοφία, είναι η θρησκεία που μας προστάζει να τρέφομε φτωχούς συγγενείς και ανάπηρους. Η φύση – που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φωνή του συμφέροντός μας – μας παραγγέλει να τους αποτελειώσουμε. Επιθεωρήστε, αναλύστε καθετί που είναι φυσικό, όλες τις πράξεις και τις επιθυμίες του απόλυτα φυσικού ανθρώπου, και δε θα βρείτε παρά τη φρίκη».

Για τον Μπωντλαίρ, η αρετή είναι «τεχνητή», είναι «αποτέλεσμα της λογικής και του στοχασμού.. είναι προϊόν τέχνης», κατ’ αντίθεση προς το κακό που «γίνεται χωρίς προσπάθεια, φυσικά, μοιραία». Όσα δε, ισχύουν για την αρετή και το καλό, θα μπορούσαν, λέει ο Μπωντλαίρ, να μεταφερθούν στην περιοχή του ωραίου.

Δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε στις πρωτόγονες φυλές και να δούμε πως οι άγριοι πρόγονοί μας αναζητούν την ομορφιά όχι στην φύση, αλλά στην ανθρώπινη τέχνη, πως, ορισμένως, «με τον αφελή πόθο τους για τα πολύχρωμα φτερά, για τα υφάσματα που παιχνιδίζουν, για το υπέροχο μεγαλείο των τεχνητών σχημάτων, μαρτυρούν την απέχθειά τους για το πραγματικό», το φυσικό. Πρέπει, λοιπόν, αν θέλει πράγματι να συναντήσει κανείς την ομορφιά, να υψωθεί πάνω από την φύση, να την εγκαταλείψει, μια και εκείνη δεν υπάρχει σε αυτήν. Η ομορφιά βρίσκεται αλλού. Είναι τεχνητή. Είναι δημιούργημα της τέχνης και μόνον της τέχνης.

Ωστόσο, θα μπορούσε κανείς να υποδείξει πλήθος από πράγματα της φύσης που, κατά γενικήν ομολογία, τα αποκαλούμε ωραία. Το ηλιοβασίλεμα. ένα λουλούδι, μια λίμνη, μια κοιλάδα, τα σύννεφα με τα περίεργα, πολυσχιδή σχήματά τους στον ουρανό, ο ήχος του γρύλου και χιλιάδες άλλα πράγματα αποτελούν σταθερά σημεία αναφοράς της ομορφιάς. Ενίοτε, μάλιστα, ένα φυσικό αντικείμενο χρησιμοποιείται σαν μέτρο της ομορφιάς ενός καλλιτεχνήματος, ενός δημιουργήματος του ανθρώπου. Λέμε, παραδείγματος χάριν, για ένα λουλούδι που αναπαριστάνεται σε έναν ζωγραφικό πίνακα ότι μοιάζει με πραγματικό λουλούδι θέλοντας έτσι να εκθειάσουμε την ομορφιά του.

Όμως υποστηρίζεται και το αντίθετο: πόσες φορές, επιχειρώντας να πείσουμε κάποιον για την ομορφιά ενός φυσικού λουλουδιού δεν το παρομοιάζουμε με ένα ψεύτικο λουλούδι που το ζωγράφισε ή το κατασκεύασε ένας καλλιτέχνης; Το δίλημμα, λοιπόν, είναι αν η τέχνη μιμείται την φύση ή, αντίθετα, αν μιμείται η φύση την τέχνη.

Προσωπικά, θα υιοθετούσα την δεύτερη εκδοχή. Η τέχνη δεν μπορεί να μιμείται την φύση, γιατί η ομορφιά, που αποτελεί το αντικείμενο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, δεν υπάρχει στη φύση. Υποθέτουμε ότι δίπλα στις φυσικές ιδιότητες που αποδίδομε στα πράγματα που παρατηρούμε γύρω μας – τα χρώματά τους, τους ήχους των, την θερμοκρασία τους κλπ.-, υπάρχει και η ομορφιά τους. Πρόκειται, ωστόσο, επιτρέψτε μου να πω, για μιαν αυθαίρετη υπόθεση, που οφείλεται σε ‘μια παραπλανητική αναλογία’ στην οποία παρασυρόμεθα από την κακή εκ μέρους μας ερμηνεία και χρήση της γλώσσας.

Ο Λούτβιχ Βιττγκενστάιν, από τους κορυφαίους φιλοσόφους του εικοστού αιώνα, είχε ορίσει την φιλοσοφία σαν «μια μάχη ενάντια στην γοητεία που ασκείται στη σκέψη μας μέσω της γλώσσας», θέλοντας έτσι να πει ότι δεν είναι σπάνιες οι φορές που γοητευόμαστε από την φαινομενική ομοιότητα των λέξεων με αποτέλεσμα, στην συνέχεια, να προβαίνουμε σε αυθαίρετες αναλογίες και ανεπίτρεπτους συσχετισμούς και αδικαιολόγητους συνειρμούς και αβάσιμες ερμηνείες και χρήσεις των λέξεων και των εκφράσεων.

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, δυο φράσεις: την πρόταση ‘το λουλούδι εκείνο είναι κόκκινο’ και την έκφραση ‘το λουλούδι εκείνο είναι όμορφο’. Είναι σαφές ότι οι δυο αυτές φράσεις έχουν την ίδια γραμματική και συντακτική μορφή – και στις δυο περιπτώσεις υπάρχει ένα υποκείμενο, ένα κατηγορούμενο, ένα συνδετικό ρήμα, που εκφέρεται στο τρίτο ενικό πρόσωπο κλπ.

Η ταυτότητα αυτή των δυο φράσεων μας ενθαρρύνει ώστε να επεκτείνομε ακόμη περισσότερο την ομοιότητά τους και να υποθέσουμε ότι αυτές δεν διαθέτουν μόνο την ίδια γραμματική και συντακτική μορφή, αλλά έχουν και την ίδια σημασία, ότι, όπως δηλαδή με την πρόταση ‘το λουλούδι εκείνο είναι κόκκινο’ επισημαίνουμε μια φυσική ιδιότητα του λουλουδιού, κατά τρόπον ανάλογο με την φράση ‘το λουλούδι εκείνο είναι όμορφο’ αυτό ουσιαστικά που κάνουμε είναι να δηλώνομε μια φυσική ιδιότητά του.

Εάν, όμως, η ομορφιά είναι, όπως το χρώμα, μια φυσική ιδιότητα των πραγμάτων που παρατηρούμε γύρω μας, τότε θα έπρεπε με τον τρόπο που συλλαμβάνουμε το κόκκινο χρώμα του λουλουδιού, να αντιλαμβανόμαστε και την ομορφιά του. Στην περίπτωση αυτή ορισμένως, όπως παρατηρώντας ένα κόκκινο λουλούδι συμφωνούμε όλοι μας για το χρώμα του, θα έπρεπε επίσης βλέποντας ένα λουλούδι να συμπίπτουμε στην εκτίμηση ότι είναι όμορφο – πράγμα βέβαια που δεν συμβαίνει.

Προκειμένου να ξεπεράσουν την δυσκολία αυτή, Βρεταννοί φιλόσοφοι του 18ου αιώνα, όπως ο Φράνσις Χάτσηνσον, υπέθεσαν ότι, πέρα από τις πέντε γνωστές αισθήσεις, είμαστε εφοδιασμένοι με μιαν ακόμη, εσωτερική, αίσθηση, με την οποία αντιλαμβανόμεθα την ομορφιά των πραγμάτων που παρατηρούμε γύρω μας. Η υπόθεση αυτή βέβαια είναι αυθαίρετη.

Πρώτα από όλα το ερώτημα -πώς, αν πράγματι η ομορφιά είναι, όπως το κόκκινο χρώμα, μια φυσική ιδιότητα των πραγμάτων, συμβαίνει άλλοι από μας να την συλλαμβάνουμε κι άλλοι όχι παραμένει ακόμη κι αν υπόθεσουμε ότι διαθέτουμε την εσωτερική αίσθηση για την οποία μίλησαν φιλόσοφοι όπως ο Χάτσηνσον. Έπειτα, αν πράγματι υπήρχε η εσωτερική αυτή αίσθηση με την οποία αντιλαμβανόμεθα την ομορφιά, δεν θα έπρεπε η επιστήμη, με την τεράστια ανάπτυξη που έχει εν τω μεταξύ σημειώσει, να την έχει επισημάνει και να έχει αναλύσει την φύση της και τον τρόπο λειτουργία της όπως έχει πράξει με τις άλλες πέντε φυσικές αισθήσεις μας;

Αλλά θα ήθελα να προσθέσω ότι η υπόθεση πως η ομορφιά είναι φυσική ιδιότητα των πραγμάτων που παρατηρούμε γύρω μας μπορεί να μας οδηγήσει σε ακόμη πιο σοβαρές πλάνες από εκείνη στην οποία περιέπεσαν φιλόσοφοι όπως ο Χάτσηνσον. Συγκεκριμένα, η υπόθεση αυτή ήταν ένας από τους λόγους ένεκα των οποίων ο Πλάτων αμφισβήτησε ως ακατονόητο τον κόσμο συλλήβδην, την ύπαρξη του οποίου αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας.

Συγκεκριμένα, το μόνο πράγμα που το μυαλό μας δεν μπορεί, τελικά, να ανεχθεί είναι η αντίφαση. Μπορούμε να σκεφτούμε τα πιο αλλόκοτα πράγματα – ότι μπορεί να χιονίσει το καλοκαίρι, ότι υπάρχει ζωή στο διάστημα, ότι υπάρχουν ανθρώπινα πλάσματα με τρία πόδια, ότι θα μπορούσε να μην ισχύει ο νόμος της βαρύτητας, ότι είναι δυνατόν κάποτε ο άνθρωπος να δημιουργήσει γοργόνες ή να βρει το ελιξήριο της ζωής – αλλά μου είναι αδύνατον να σκεφτώ ότι θα μπορούσε ποτέ κάποιος την ίδια στιγμή να βρίσκεται σε δυο διαφορετικούς χώρους – στο πανεπιστήμιο και το σπίτι του, ας πούμε.

Ενίοτε, ωστόσο, συμβαίνει οι άνθρωποι να αποφαίνονται για το ίδιο πράγμα ότι είναι ωραίο και ότι δεν είναι ωραίο. Αυτό, κατά τον Πλάτωνα, είναι αντιφατικό, όπως όταν λέμε ότι μια ολόλευκη κιμωλία είναι και δεν είναι λευκή. Είναι αντιφατικό και, ως εκ τούτου, λογικά αδύνατο να αποδίδει κανείς σε ένα αντικείμενο μια φυσική ιδιότητα και συγχρόνως να την αφαιρεί από αυτό.

Επειδή δε ό,τι είναι λογικά αδύνατο δεν μπορεί να υπάρχει στην πραγματικότητα – ποιος, αλήθεια, μπορεί να δεχθεί ότι μπορεί να υπάρξει στον κόσμο πουθενά μια ολόλευκη κιμωλία με μια μαύρη γραμμή στην μέση -, ήταν επόμενο ο Πλάτων να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος που συλλαμβάνουμε μέσω των αισθήσεών μας δεν μπορεί να υπάρχει και, στην θέση του – μας πρότρεψε να υποθέσουμε την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου – του περίφημου κόσμου των ιδεών – ο οποίος αποτελείται από αντικείμενα που δεν έχουν καθόλου φυσικές ιδιότητες.

Για τον Πλάτωνα, το τραπέζι αυτό που βρίσκεται μπροστά μου, πάνω στο οποίο ακουμπάω τα χέρια μου, αισθάνομαι, καθώς το αγγίζω, την σκληρότητά του και την θερμοκρασία του, βλέπω το χρώμα του και το σχήμα του, ακούω τον ήχο που προκαλείται όταν το κτυπάω και ούτω καθεξής δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει ένα άλλο τραπέζι που δεν το έχω δει ποτέ με τα μάτια μου, που ουδέποτε το έχω αγγίξει ούτε έχω αντιληφθεί τίποτε άλλο από αυτό με καμιά από τις αισθήσεις μου.

Στην σκέψη μας η υπόθεση αυτή του Πλάτωνος δεν είναι παρά ένα σκάνδαλο, στο οποίο οδηγήθηκε αυτός στην προσπάθειά του να μας προστατέψει από την αντίφαση στην οποία περιπίπτουμε όταν πολλές φορές αποφαινόμαστε για τα πράγματα ότι μπορεί να είναι και μην είναι ωραία. Θα μπορούσε, όμως, να μας προστατέψει από την αντίφαση αυτή, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στην σκανδαλώδη υπόθεση για την ύπαρξη του κόσμου των ιδεών, αν απλώς σκεφτόταν ότι η ομορφιά δεν είναι μια φυσική ιδιότητα των πραγμάτων όπως είναι ας πούμε, το χρώμα τους, αλλά ένας ορισμένος τρόπος προσέγγισής των.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι σε τι συνίσταται ο ιδιαίτερος τρόπος προσπέλασης των πραγμάτων τον οποίον υπαγορεύει η ομορφιά. Χρειάστηκαν να περάσουν είκοσι δύο σχεδόν αιώνες από την εποχή του Πλάτωνος μέχρι να εμφανιστεί στην φιλοσοφική σκηνή ο πολύς Ιμμάνουελ Καντ για να δώσει αυτός την απάντηση στο πρόβλημα τούτο.

Ο Καντ διέκρινε τέσσερις βασικές αρχές που πρέπει να κυριαρχούν στην σκέψη μας όταν προσεγγίζουμε τα πράγματα αν θέλουμε να νιώσουμε την αισθητική απόλαυση που προκαλεί η ομορφιά. Πρόκειται ορισμένως για την ανιδιοτέλεια, την καθολικότητα, την σκοπιμότητα χωρίς σκοπό και την αναγκαιότητα.

Την αρχή της ανιδιοτέλειας θα μπορούσαμε να την καταλάβουμε με το ακόλουθο παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι κατά την επίσκεψή του κάποιος σε μια πόλη παρατηρεί μεταξύ των αξιοθεάτων ένα κτήριο που η αρχιτεκτονική του τού προκαλεί ένα ευχάριστο συναίσθημα. Στην συνέχεια πληροφορείται ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο και το πιο σύγχρονο νοσοκομείο της πόλης με τεράστια συμβολή στην αποκατάσταση της υγείας των πολιτών. Η πληροφορία αυτή του προκαλεί επίσης ένα συναίσθημα ικανοποίησης.

Μεταξύ των δυο αυτών συναισθηματικών καταστάσεων, ωστόσο, υπάρχει ποιοτική διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση η απόλαυσή του είναι αποκλειστικώς προϊόν της θέας του κτηρίου, ενώ στην δεύτερη περίπτωση η ικανοποίηση του υπαγορεύεται από άλλους, πέρα από την θέα του κτηρίου, λόγους – από την συμβολή τού κτηρίου ως νοσοκομείου στην βελτίωση της υγείας των ανθρώπων. Από τα δυο αυτά είδη απολαύσεων εκείνο που προσιδιάζει στην ομορφιά είναι το πρώτο, η ανιδιοτελής απόλαυση, η οποία δεν παραπέμπει σε τίποτε άλλο πέρα από την θέα του κτηρίου.

Η ανιδιοτέλεια, όμως, που χαρακτηρίζει την αισθητική απόλαυσή μας, κατά τον Καντ, δεν περιορίζεται μόνο στον εαυτό μας, αλλά υποθέτουμε ότι και κάθε άλλος άνθρωπος, αντικρύζοντας το κτίριο αυτό κάτω από τις ίδιες συνθήκες, θα ένιωθε την ίδια ανιδιοτελή τέρψη. Η αρχή της καθολικότητας, εν προκειμένω, είναι βασικό κριτήριο για να αντιδιαστείλουμε την αισθητική απόλαυση που προκαλεί η ομορφιά προς άλλες απολαύσεις στην ζωή μας. Κατ’ αντίθεση, δηλαδή, προς την απόφανση μου για ένα κτήριο που ισχυρίζομαι ότι είναι ωραίο, όταν λέω ότι μου αρέσουν οι φράουλες, δεν εκφράζω συγχρόνως κανένα αίτημα ότι θα πρέπει και οι άλλοι άνθρωποι δοκιμάζοντας φράουλες να αισθάνονται την ίδια μ’ εμένα απόλαυση.

Αναφορικώς προς την τρίτη αρχή, την σκοπιμότητα χωρίς σκοπό όπως την χαρακτηρίζει ο Καντ, η οποία πρέπει να διέπει τη αισθητική απόλαυση που μας προκαλεί η ομορφιά, ας σκεφτούμε την ικανοποίηση που μας προσφέρει ένα ρολόι και την τέρψη που νιώθουμε από έναν ζωγραφικό πίνακα. Στην περίπτωση του ρολογιού ξέρω ότι αυτό έχει κατασκευαστεί από έναν τεχνίτη για έναν συγκεκριμένο σκοπό – να μας δείχνει την ώρα.

Η ικανοποίηση από το ρολόι προκαλείται, εφ’ όσον αυτό πληροί τον συγκεκριμένο σκοπό για τον οποίο κατασκευάστηκε. Στην περίπτωση όμως του ζωγραφικού πίνακα νιώθω αισθητική απόλαυση από την γενική και αόριστη ιδέα ότι φτιάχτηκε μόνο και μόνο για να μας τέρπει χωρίς να χρειάζεται να έχω υπ’ όψη του τις συγκεκριμένες προθέσεις ή τους ειδικούς στόχους του καλλιτέχνη.

Μπορεί βέβαια, σημειώνει ο Καντ, η αισθητική απόλαυση που νιώθομε από την ομορφιά να είναι ανιδιοτελής και να μη δεσμεύεται από έναν συγκεκριμένο κάθε φορά σκοπό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ότι είναι έωλη, συμπτωματική, κατά συμβεβηκός όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Απεναντίας, νιώθοντας την αισθητική απόλαυση που προκαλεί η ομορφιά, υποθέτουμε ότι πρέπει κιόλας, ότι είναι ανάγκη επίσης να την νώθουμε.

Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι τέσσερις αυτές αρχές – η ανιδιοτέλεια, η καθολικότητα, η σκοπιμότητα χωρίς σκοπό και η αναγκαιότητα – που, κατά τον Καντ, συνιστούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να νιώσουμε την αισθητική απόλαυση που προκαλεί η ομορφιά είναι πολύ γενικές. Μοιάζουν, αν θα μπορούσαν, να μεταχειριστώ μια παρομοίωση, με τις γενικές διατάξεις του συντάγματος, οι οποίες είναι αναγκαίες μεν για μια σύγχρονη κοινωνία, αλλά όχι αρκετές προκειμένου να λειτουργήσει αυτή.

Χρειάζονται, πέρα από τις γενικές αρχές του συντάγματος, και οι νόμοι που εισηγείται ο κοινός νομοθέτης. Στην περίπτωση της αισθητικής απόλαυσης, οι νομοθέτες που εισάγουν τους νόμους εκείνους οι οποίοι σε συνδυασμό με τις γενικές αρχές που διατύπωσε ο Καντ, θα μας επιτρέψουν να νιώσουμε την αισθητική απόλαυση που μπορεί να προκαλέσει η ομορφιά, είναι οι καλλιτέχνες.

Οι καλλιτέχνες είναι, όπως ανέφερα ανοίγοντας την ομιλία μου, οι κρυφοί νομοθέτες του κόσμου. Κρυφοί, γιατί οι νόμοι, μέσω των οποίων μας καλούν να νιώσουμε την αισθητική απόλαυση που μπορεί να προκαλέσει η ομορφιά, δεν εξαγγέλλονται ευθέως από αυτούς, αλλά προβάλλονται υπαινικτικά μέσα από τα έργα της τέχνης των. Κάθε έργο τέχνης μας υποδεικνύει κι έναν τρόπο για να βιώσουμε την αισθητική απόλαυση – έναν πρωτότυπο, θα ήθελα να υπογραμμίσω, τρόπο.

Με τα έργα τους οι καλλιτέχνες δηλαδή δεν επιχειρούν να αναπαραστήσουν τον κόσμο όπως πράγματι αυτός υφίσταται. «Ποιος θα τολμούσε», κραυγάζει ο Μπωντλαίρ, «να αναθέσει στην τέχνη το στείρο έργο να μιμηθεί την φύση;». Οι καλλιτέχνες αναζητούν δρόμους διαφυγής από την περιοχή της φύσης και επιζητούν να μας υποδείξουν πώς αλλιώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι ο κόσμος.

Ο Σαίξπηρ στο ‘Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας’ λέει για τον ποιητή ότι το μάτι του, «βόσκοντας σε άλλη νόστιμη τρέλα, πηδά από τον ουρανό στην γη και από την γη στον ουρανό και ό,τι μορφές πραμάτων άγνωστων η φαντασία πλάθει η πένα του σε σχήμα τις τορνεύει και στο αιθέριο τίποτα δίνει μια θέση για να στέκεται κι ένα όνομα». Με ανάλογο τρόπο οι ζωγράφοι μεταχειρίζονται τα σχήματα και τα χρώματα, οι μουσικοί τους αρμονικούς ήχους, οι γλύπτες τα αγάλματα και όλοι οι άλλοι καλλιτέχνες τα δημιουργήματα τους, για να δώσουν υπόσταση στα πλάσματα της φαντασίας και του ονείρου.

Ο κόσμος των ποιημάτων, των μυθιστορημάτων, των μουσικών συνθέσεων, των ζωγραφικών πινάκων, των αγαλμάτων, των χορευτικών κινήσεων και όλων των άλλων μορφών της τέχνης είναι ένας κόσμος που δεν αναπαριστά την φυσική πραγματικότητα και, ως εκ τούτου, η ύπαρξή του δεν προσθέτει τίποτε σε αυτήν. Η φύση, αν κατορθώναμε να διαγράψουμε τον κόσμο της τέχνης, θα εξακολουθούσε ως προς την έκτασή της να είναι η ίδια.

Απλώς ο κόσμος της τέχνης μάς έχει μάθει να αντιλαμβανόμαστε την φυσική πραγματικότητα διαφορετικά από τον τρόπο που την συλλαμβάνουμε με τις φυσικές αισθήσεις μας. Διερωτώμαι αν από την ιστορία του ανθρώπου απουσίαζε εντελώς η τέχνη, αν κανείς μας θα μπορούσε να νιώσει την ομορφιά του ηλιοβασιλέματος, λόγου χάριν, και δεν θα το έβλεπε μόνο σαν ένα καθαρά φυσικό φαινόμενο.

Είναι με αυτήν την σημασία, θα ήθελα να πω, που η φύση μιμείται την τέχνη: όχι με το νόημα ότι η φύση αντιγράφει την τέχνη, αλλά με την έννοια ότι η τέχνη μας έχει μάθει, ύστερα από τόσους αιώνες εξοικείωσής μας μαζί της, να προσεγγίζουμε διαφορετικά την φύση έτσι, ώστε παρατηρώντας τα πράγματα που υπάρχουν σε αυτήν και τα γεγονότα που εκδηλώνονται σε αυτήν, να νιώθουμε την αισθητική απόλαυση που μπορεί να προκαλέσει η ομορφιά – κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ζωή μας.

Γιατί μπορεί να μην την αυξάνει, την κάνει όμως καλύτερη έτσι, που να μπορούμε μετά βεβαιότητος να πούμε ότι, χωρίς την ομορφιά και την αισθητική απόλαυση που μας προσφέρει αυτή, η ζωή μας δεν θα ήταν υποφερτή ή, για να χρησιμοποιήσω τον σχετικό όρο του Πλάτωνος, δεν θα ήταν βιωτή.

Ο απλός ασπιδοποιός που συνάντησε ο Σωκράτης στην αγορά του 5ου προ Χριστού αιώνα φαίνεται να το είχε καταλάβει τούτο. Γι’ αυτό και όταν, έχοντας τελειώσει την κατασκευή μιας ασπίδας, τον ρώτησε απορημένος ο Σωκράτης, γιατί επέμεινε να ασχολείται με αυτή, εκείνος του απάντησε ότι δεν του αρκούσε να φτιάξει μια γερή ασπίδα – ήθελε να την κάνει να φαίνεται και ωραία.

Ο Θεοδόσης Ν. Πελεγρίνης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Advertisements