Ανατολικά της Δύσης

«O Σκεπτόμενος» του François Auguste René Rodin

Μ’ έναν διφορούμενο τρόπο, ο Μποντριγιάρ περιέγραψε τις ΗΠΑ (την «Αμερική») σαν τη μόνη πραγματοποιημένη ουτοπία – μια κοινωνία που τείνει στην καθαρή προσομοίωση και επομένως απαλλάσσεται από το βάρος του νοήματος των πραγμάτων, δηλαδή αποκτάει ανοσία στην ασθένεια της γηραιάς Ευρώπης.

Ο τόνος του γάλλου θεωρητικού δεν επέτρεπε να αποφανθείς αν αυτό κρινόταν σαν κάτι «θετικό» ή επρόκειτο για το εξωπραγματικό τοπίο μιας αναίμακτης Συντέλειας: για τον Μποντριγιάρ, το τέλος του κόσμου είχε τη μορφή ενός fade out.

Προηγήθηκε ο ποιητής Οκτάβιο Παζ, εξαιρετικός δοκιμιογράφος τουλάχιστον στην περίοδο της ωριμότητάς του, μιλώντας για τον μύθο της αμερικάνικης Δύσης ως γης της επαγγελίας ή ιδεατού παραδείσου που μετακινούνταν αδιάκοπα προς δυσμάς, με όριο τις ακτές του Ειρηνικού, στην Καλιφόρνια. Ο Παζ δίστασε να δεχτεί (ίσως δεν το συνειδητοποίησε καν) ότι αυτή η διαρκής μετατόπιση του ορίου, και εφόσον δεν ήταν εφικτό να προχωρήσει κανείς προς δυσμάς πέραν των ακτών της Καλιφόρνιας, ήταν επίσης μια μετατόπιση αδιεξόδου που συνεχιζόταν, υποχρεωτικά, σε φαντασιακό επίπεδο πλέον, σαν αέναη νοερή αναδίπλωση ενός μοιραίου dead end. Ενδεχομένως, η διαιωνιζόμενη αυταπάτη μιας τέτοιας μετακίνησης, που είχε ουσιαστικά λήξει, να έγινε, στον κρυφό πυρήνα της κοινωνίας εκείνης, η μήτρα των προσομοιώσεων.

Περιττεύει να θυμίσουμε, εδώ, την έννοια της Δύσης στη θανατολατρική δεισιδαιμονία των αρχαιοαιγυπτιακών θεολογικών συστημάτων, όπου το «προς δυσμάς» ήταν συνώνυμο του ταξιδιού στο υπερπέραν, του περάσματος στην αιωνιότητα ή σε τόπους τιμωρίας, πάντως καθ’ οδόν προς ένα βασίλειο κατοικημένο από οπτασίες.

Μολονότι το παραπάνω σχήμα οφείλεται ενδεχομένως στην επίδραση μιας φυσικής κοσμικής διάταξης ανατολής/δύσης (γέννησης/θανάτου) κατά τη φορά της τροχιάς του ηλίου, δεν υπερβάλλει όποιος ισχυριστεί ότι η Αμερική επέστρεψε ήδη στο αιγυπτιακό πνεύμα μέσω της έμμονης ιδέας της «αθανασίας». Δύση λέγοντας, θα εννοούμε, πολύ σύντομα, έναν πολιτισμό που δυναστεύεται απ’ τον πόθο του νεκρού χρόνου, σε αντιρρόπηση της ιλιγγιώδους επιτάχυνσης των εξελίξεων.

Για να το πούμε ρεαλιστικά, το επιστημονικό και καταναλωτικό κυνήγι της αιώνιας νεότητας, καθώς και η επιδημική άνοδος της μακάβριας δημοτικότητας που απολαμβάνουν οι τεχνικές της πλαστικής χειρουργικής, η κλωνοποίηση, η κρυονική, οι μεταμοσχεύσεις οργάνων, οι θεραπείες τελομεράσης, η γενετική μηχανική, τα πειράματα μεταφοράς της συνείδησης στον σκληρό δίσκο (π.χ. extropians) και εν γένει ο επανασχεδιασμός του σώματος με τη συγχώνευση βιολογικού και συνθετικού – όλ’ αυτά προδίδουν μια μύχια νοσταλγία όχι μόνον του ιερατείου της Δύσης αλλά και της μεσαίας τάξης για κάτι που θα είχαμε το δικαίωμα να συγκρίνουμε με την ελπίδα του ετοιμοθάνατου να διεκδικήσει τη μούμια του.

Σύμφωνα με τον Παζ, ο μύθος της Καλιφόρνιας λειτούργησε σαν το άσβεστο όνειρο εκείνων που αναζητούσαν τον παράδεισο στο άκρον, στο μεταίχμιο μεταξύ γεωγραφίας και ουτοπίας. Είναι φανερό ότι το νοητό τέρμα της διαδρομής, για τους πληθυσμούς που απέδρασαν από την Ευρώπη αναζητώντας «καλύτερη τύχη», συνέπιπτε ιδεωδώς με την ευτυχισμένη κορύφωση μιας μακράς διαδρομής ή προσπάθειας που είχε όλα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής και πολιτικής δοκιμασίας μάλλον παρά μιας ενστικτώδους τυχοδιωκτικής ροπής στην περιπέτεια: η μετακίνηση του προτεσταντικού κόσμου ήταν εργασία και, ως εργασία, παρέμενε υποχρεωτικά επενδεδυμένη σε ονειρικές προσδοκίες της Εδέμ, όπως απαιτούσε το μεσσιανικό ελατήριο της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης. Με δυο λόγια, το ταξίδι στη Δύση ήταν εγχείρημα απόλυτα συμβατό με το πρότυπο της ανταμοιβής που ρύθμιζε τις σχέσεις χριστιανισμού και εργασίας.

Ωστόσο, αν το ταξίδι εδώ μοιάζει με εργασία, αν η διάσχιση (κατανάλωση) των τοπίων αποδεικνύεται κοπιώδης και παραγωγική, τι ακριβώς είναι εκείνο που παράγεται; Η Ιστορία έδειξε, εν προκειμένω, ότι το προϊόν ήταν καταρχήν ένας ψευδαισθησιακός μετασχηματισμός των αποστάσεων – για να το πούμε ωμά: η εξάλειψη της συνείδησης του χώρου, η κατάργηση του χώρου όπως τον γνωρίζαμε.

Σήμερα, στη διαθέσιμη, προσιτή και μονίμως υπό συνολική εποπτεία μικροσκοπική σφαιρικότητα ενός παγκοσμιοποιημένου πλανήτη, είναι αφελές να μιλάμε για όρια ή μεταίχμια κι η Καλιφόρνια έπαψε πια να αποτελεί το «τέλος» της διαδρομής· κανένας δεν τη φαντάζεται σαν έναν τόπο στις όχθες ενός ωκεανού πέραν του οποίου βρίσκεται το αχανές διάστημα ή ο αλλόκοσμος – η Καλιφόρνια είναι παντού και πουθενά, στο σημείο σύγκλισης όλων των διευθύνσεων, ιστορικών, οικονομικών και μυθοπλαστικών.

Φυσικά, πριν από δύο αιώνες, υπήρχε άφθονο χρυσάφι στην εσχατιά των δυτικών συνόρων του κόσμου, κάτι σαν θεολογική μεταφορά της ελπίδας ότι το κοινό σε όλους πλέον μυστικό μιας καινούργιας οικονομίας στηριγμένης στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να πουλήσει τα πάντα χωρίς να δυσαρεστεί τον Θεό, θα παρήγαγε πλούτο απ’ το μηδέν. Ο θρυλικός αυτός τροπισμός της ευτυχίας («προς δυσμάς») ελάχιστα διαψεύστηκε, κι έτσι, εκεί όπου τα σύννεφα βυθίζονταν στον Ειρηνικό, οι επιθυμίες εκτοξεύτηκαν στη σκηνή της απαίτησης προκειμένου να πραγματοποιηθούν διά μαγείας. Θεμελιώθηκε τότε μια ολόκληρη κουλτούρα προσφοράς και ζήτησης: ο παράδεισος ήταν εκεί και απλώς τον αγόραζες.

Εκτοτε, η Δύση έγινε συνώνυμη της παραίσθησης που την ανέδειξε σε νικητή δίχως αντίπαλο. Ως τέτοια, δημιούργησε στη συνέχεια τις δικές της παραισθητικές πραγματικότητες, το θέαμα, τα φαντάσματα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, τον κυβερνοχώρο και τα υπερανεπτυγμένα δίκτυα επικοινωνίας, τις ακτινοβολίες, τα χημικά ναρκωτικά, τους φαντασιακούς θεσμούς του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τους πολέμους των άστρων, τη χειραγώγηση του χρόνου και τη δυνητικότητα εν γένει.

Το λογοτεχνικό εύρημα του Πέτερ Μπίξελ, σύμφωνα με το οποίο η Αμερική δεν υπάρχει, έγινε βαθμιαία χειροπιαστό συμπέρασμα στο μέτρο που υποστήριζε έμπρακτα το πρωτείο μιας κοινωνίας ικανής να οργανωθεί γύρω απ’ την αίσθηση ότι τα πάντα συμβαίνουν ταυτόχρονα. Εφόσον εκεί είχε πάψει να υφίσταται χωροχρόνος με την έννοια που γνωρίζαμε, η χώρα ήταν ανύπαρκτη.

Τίποτα πιο ισχυρό από κάτι που δεν υπάρχει (βλ. Θεός): στο επόμενο, ακολουθούν λίγα λόγια σχετικά μ’ εμάς τους Ευρωπαίους, που υπάρχουμε όντως, αδύναμοι, ανατολικά της δύσης, δηλαδή εδώ. Κατά περίεργο τρόπο, αν διατηρούμε ακόμη σήμερα κάποια αίσθηση του «εδώ», το χρωστάμε στη Δύση.

Οτιδήποτε κι αν εννοούσε ο Πέτερ Μπίξελ με την περίφημη διατύπωση «η Αμερική δεν υπάρχει», αυτό έμοιαζε να σημαίνει, προφητικά, ότι η Αμερική θα αποτύγχανε να γίνει το βίωμα ενός ψυχικού τόπου για τους ανθρώπους και ότι, άρα, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, όπως κάθε άλλη χώρα, σαν το υπαρξιακό έδαφος ενός λαού που καθρεφτίζεται στην ιστορία του.

Επιπλέον, η επιρροή αυτής της προοδευτικής αναγωγής στο φαντασιακό ήταν τόσο δραστική, ώστε το μειονέκτημα της ριζικής έλλειψης ιθαγένειας των ανθρώπων έγινε στρατηγικό έρεισμα προκειμένου οι ΗΠΑ να κατακτήσουν τις παγκόσμιες αγορές απείρως ευκολότερα απ’ ό,τι οι παλιές αυτοκρατορίες προσαρτούσαν τα έθνη στο στέμμα τους.

Ομως, είναι σφάλμα να πιστεύουμε πως ο οικονομικός ιμπεριαλισμός ήταν μια διάδοχος παραλλαγή ή μετάλλαξη της στρατιωτικής λογικής του παρελθόντος· Μεσουρανώντας, η Αμερική εγκαταστάθηκε στην παγκόσμια συνείδηση σαν ένα θέαμα μάλλον παρά σαν έθνος, η δε πολιτιστική της ταυτότητα έγινε νόμος ακριβώς επειδή έσβηνε την ίδια τη δύσπλαστη και δυσκίνητη έννοια της ταυτότητας. Δεν ήταν τόσο ο πλούτος της όσο το ότι ο πλούτος τέθηκε σε τροχιά ερήμην κάθε ηθικής, ενώ η λειτουργικότητα της γλώσσας της, γλώσσας κατ’ εξοχήν οικονομικής, ενοποίησε τον πλανήτη.

Ηταν φανερό ότι η Αμερική είχε ταυτίσει τις τύχες της με το όνειρο μιας τέτοιας παγκόσμιας γλώσσας, συνυφασμένης με τις ανέσεις και τις αυταπάτες ενός είδους υπερκαταναλωτικής ελευθερίας, την οποία διαλαλούσε προς όλες τις κατευθύνσεις και της οποίας τα κενά μηνύματα ταξίδευαν όπως τα ερτζιανά ή η ραδιενέργεια. Είχε γεννήσει τη διαφήμιση και είχε παραιτηθεί απ’ την επίγνωση του βάρους των πραγμάτων, δηλαδή απ’ την ιστορική πυκνότητα σημασιών που η κατανόησή τους ταλαιπωρούσε το πνεύμα της γηραιάς Ευρώπης. Παραιτήθηκε επομένως και απ’ τα σύμβολα, απ’ τις βαθιές εικόνες του στοχασμού, απ’ την κηδεμονία της εσωτερικής διάρκειας του χρόνου.

Είχε ισχυροποιηθεί περιφρονώντας όλα τα σημεία αναφοράς της συνείδησης κι αυτό ήταν ένα φοβερό βήμα επιστροφής στην ιδέα του θανάτου-προς-δυσμάς, για την οποία μιλούσα στο προηγούμενο· εκείνο που είχε διαδοθεί σαν πρόγνωση ενός ανέμου κοινωνικής ελευθερίας, ενώ δεν ήταν παρά η άδεια να πουλήσεις οτιδήποτε σε οιονδήποτε, συνοψιζόταν πια στην ατιμώρητη υποδοχή όλων των μεγάλων θανάτων του 20ού αιώνα – του θανάτου του Θεού, του θανάτου της τέχνης, του θανάτου των θεσμών του διεθνούς δικαίου, του θανάτου της συμπόνιας, του θανάτου της διάκρισης ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο.

Ετσι, η Αμερική απογειώθηκε δίχως να κοιτάζει πλέον τον πραγματικό θάνατο, παρακάμπτοντας όλα τα εμπόδια, όλες τις έλξεις απ’ τη βαρύτητα των παραδοσιακών αντιστάσεων, των μύθων, των αρχετύπων της κοινωνικής συνοχής, των κλασικών μορφών πολικότητας. Πέταξε πάνω από τις διαφορές εγκαταλείποντας, στη γη, τη μνήμη της και μαζί κάθε τι το αυθεντικό. Την αγαπήσαμε διότι πρόσφερε την εμπειρία αυτού του δελεαστικού πετάγματος, από το ύψος του οποίου ο κόσμος έμοιαζε πλασματικά ενιαίος, όπως στο λεγόμενο web.

Φορέσαμε τα ρούχα της, είδαμε τις ταινίες της, μιλήσαμε τις διαλέκτους της, υιοθετήσαμε τις ερωτικές της συνήθειες, την ακολουθήσαμε στον αναίμακτο πληθωρισμό της βίας που κατέκλυζε τις οθόνες. Ο πολιτισμός αυτός υποσχόταν ότι θα κληρονομούσαμε μια ζωή τόσο απλή και ανέμελη ώστε ακόμη και οι πιο χονδροειδείς προδοσίες των συναισθηματικών αναγκών θα μπορούσαν να αθωωθούν με τον κατάλληλο χειρισμό ενός διακόπτη on/off. Ηταν το θεμελιώδες πλεονέκτημα της νέας ελευθερίας. Η Αμερική δεν υπήρχε.

Μας ελευθέρωσε λοιπόν απ’ τη σκέψη προτείνοντας να αναθέσουμε τη σκέψη σε μηχανές και μας ελευθέρωσε απ’ τη σεξουαλική καταπίεση προσηλυτίζοντάς μας σε μια ηθική και ψυχική δυναμική που οδηγούσε στη συναίρεση των ρόλων των δύο φύλων. Μας ελευθέρωσε απ’ τη φτώχεια εν ονόματι της ιδέας ότι ο πλούτος αναπαραγόταν στο αποχετευτικό δίκτυο των κυκλωμάτων κατανάλωσης και, κυρίως, μας ελευθέρωσε απ’ την πρόκληση που αντιπροσωπεύουν τα τραύματα της ζωής, πείθοντάς μας ότι μπορούσαμε να επιβιώσουμε μαθαίνοντας να προσποιούμαστε αντί να ζούμε.

Μας ελευθέρωσε απ’ τους μεταφυσικούς γαλαξίες, από τους φόβους του εξωτισμού, απ’ τα ερωτήματα της καταγωγής, απ’ τα ταμπού, καθώς και απ’ τους πειθαναγκασμούς της διάκρισης ιδιωτικού και δημόσιου, πολιτικής και σόου μπίζνες, εμπορεύματος και έργου τέχνης, διαβαθμίσεων και άσπρου-μαύρου.

Μας ελευθέρωσε από το άγχος της σύγκρισης ομορφιάς και ασχήμιας, ιερού και βέβηλου. Μας ελευθέρωσε απ’ τη χειρωναξία και συνάμα απ’ το πένθος. Μας ελευθέρωσε απ’ τις αποστάσεις. Μας χάρισε την ελαφρότητα, την ευκολία, το ποπ, το λάιτ, το lifestyle, τις ανταύγειες των ομοιοτύπων, τη φαντασμαγορία μιας αγοράς που υποσχόταν την έξαψη του τζόγου.

Τέλος, μας ενθάρρυνε να εξοικειωθούμε με τις καρικατούρες, με τους χαρταετούς των καινούριων θεών και με τα τεχνάσματα που βοηθούν να χειραφετηθείς απ’ τους κανόνες αντίληψης που υπονοεί η σοβαρότητα κάθε οδυνηρής εξέλιξης. Μας δίδαξε την αδιαφορία για τις διαπροσωπικές σχέσεις και μας έσπρωξε σε απόσταση ασφαλείας από την υποβλητική μαγεία του φυσικού κόσμου, η οποία κάποτε μας κρατούσε σε επαγρύπνηση απέναντι στο ενδεχόμενο να χάσουμε τις συγκινησιακές μας κεραίες.

Τώρα η Αμερική είναι παντού· ένα φάντασμα πλανιέται πάνω απ’ την Ευρώπη, το φάντασμα της Αμερικής. Η σμίκρυνση του κόσμου, η φαντασίωση μιας ύπαρξης υπό κλίμακα απειροστημόριου μέσα στο αχανές σύμπαν, η συρρίκνωση της υδρογείου σε μια κεφαλή καρφίτσας χαμένης στα κενά του διαστήματος και η σπασμωδική συγκρότηση της αίσθησης του παγκόσμιου χωριού, την οποία προωθούν τα υπερμοντέρνα συστήματα μεταφορών και επικοινωνιών, όλ’ αυτά έγιναν πρόξενοι μιας κακής ταπεινότητας, όχι σεβάσμιας, ούτε αλτρουιστικής, αλλά τέτοιας που να αρμόζει – το βλέπουμε καθαρά – στη μηδαμινότητα των εντόμων ή των βακτηριδίων. Εκτοτε οι μηχανισμοί δραστηριοποιούνται πρωτίστως για την εμπέδωση της πεποίθησης ότι η ανθρωπότητα ισούται με κοσμικό πλαγκτόν.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες η διάκριση Ανατολής/Δύσης είναι πια αποκλειστικά τουριστική, και ούτε καν· επιβιώνει επίσης στις εντυπώσεις μιας κακής και πρωτόγονης Ανατολής, στην οποία υποτίθεται ότι διαιωνίζονται όλα τα δεινά, υπανάπτυξη, φονταμενταλισμός, τρομοκρατία, αναχρονιστικό νομικό καθεστώς κλπ.

Ταυτόχρονα, είναι ο τόπος όπου τα βλέμματα στρέφονται με την ελπίδα όχι της έλευσης γιγάντων του πνεύματος (όπως έλεγε μια αρχαία ρήση των Σούφι για το Αφγανιστάν) αλλά του ανοίγματος των αγορών (π.χ. Κίνα) ως μοναδική λύση στον παραγωγικό και καταναλωτικό κορεσμό της Δύσης, εφόσον ήδη το έσχατο στάδιο της καπιταλιστικής ηγεμονίας ψυχορραγεί, έχοντας αποκτήσει όλα τα χαρακτηριστικά της χρηματιστηριακής και επενδυτικής φούσκας.

Με δυο λόγια, η Ανατολή απορροφήθηκε, βαθμιαία, από τη Δύση, ενώ το μυθικό της ισοδύναμο κρύφτηκε στη συνείδηση των ποιητών, που έπαιζαν με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα από την εποχή της «νοσταλγίας του Νότου» (Νίτσε). «Δυτικά της Δύσης» (Κάμινγκς) και βεβαίως «Δυτικά της λύπης» (Ελύτης) και «βορείως του μέλλοντος» (ο Στάινερ για τον Τσέλαν).

Το Um Oriente ao oriente do Oriente (πορτογαλικά:), μια Ανατολή ανατολικά της Ανατολής, μου θύμισε τις «πλημμύρες της Νότιας Δύσης» του Μπρετόν: σκέφτομαι πως η Αμερική ανακαλύφθηκε προκειμένου η Ευρώπη να θεωρηθεί εκ των υστέρων Ανατολή ώστε να πάρει μιαν ύστατη ανανέωση της προθεσμίας. Το σχέδιο απέτυχε.

Ευγένιος Αρανίτσης

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία σε δύο μέρη: 18 και 25 Απριλίου 2010.

Advertisements