Augusto Monterroso

Augusto Monterroso

Η μύγα που ονειρευόταν πως ήταν Αετός

Κάποτε υπήρχε μια Μύγα που κάθε βράδυ ονειρευόταν πως ήταν Αετός και πετούσε πότε στις Άλπεις και πότε στις Άνδεις. Τις πρώτες στιγμές αυτό την τρέλαινε από ευτυχία· αλλά μετά από λίγο της προκαλούσε ένα αίσθημα αγωνίας, γιατί τα φτερά ήταν πολύ μεγάλα, το σώμα πολύ βαρύ, το ράμφος πολύ σκληρό και τα νύχια πολύ δυνατά· έτσι, όλα αυτά τα μεγάλα όργανα την εμπόδιζαν να κάθεται όπου ήθελε, στα πλούσια γλυκά ή στις ανθρώπινες ακαθαρσίες και υπέφερε δίνοντας συνειδητά χτυπήματα με το κεφάλι στα τζάμια του δωματίου. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να πάει στα μεγάλα ύψη ή στους ελεύθερους χώρους, ούτε καν. Αλλά όταν επέστρεφε στον εαυτό της λυπόταν με όλη της την ψυχή που δεν ήταν ένας Αετός ν’ ανεβαίνει στα βουνά, και ένιωθε τρομερά θλιμμένη να είναι μια Μύγα, και γι αυτό πετούσε τόσο πολύ, και ήταν τόσο ανήσυχη, και στριφογύριζε τόσο, μέχρι που αργά, τη νύχτα, επέστρεφε να βάλει τους κροτάφους της στο μαξιλάρι.  

Ο Λεοπόλδος (τα έργα του)

Αυτάρεσκα, με περηφάνια σχεδόν, ο Λεοπόλδος Ραλόν έσπρωξε την περιστρεφόμενη πόρτα και για νιοστή φορά πραγματοποίησε τη θριαμβευτική είσοδό του στη βιβλιοθήκη. Διέσχισε τα τραπέζια με μια πρόχειρη ματιά, αόριστα και κουρασμένα, αναζητώντας ένα άνετο και ήσυχο μέρος. Χαιρέτησε δυο τρεις γνωστούς με τη συνήθη υποτονική έκφραση, «καλά λοιπόν, να ‘μαστε πάλι στη δουλειά», και προχώρησε αβίαστα, σίγουρος για τον εαυτό του, ανοίγοντας βήμα εν μέσω των επαναληπτικών «με την άδειά σας, με την άδειά σας», που τα χείλη του δεν πρόφεραν, όμως εύκολα τα μάντευες από την αγαπητή και πράα του έκφραση. Είχε την τύχη να βρει το αγαπημένο του μέρος. Του άρεσε να κάθεται μπροστά στην πόρτα του δρόμου, πράγμα που του έδινε την ευκαιρία να ξεκουράζεται από τις επίπονες έρευνες κάθε φορά που έμπαινε ένας άνθρωπος. Αν ήταν γένους θηλυκού, ο Λεοπόλδος άφηνε στιγμιαία το βιβλίο κι αφοσιωνόταν να την παρατηρεί διερευνητικά ως συνήθως, με μια ματιά ολόλαμπρη που προξενεί η άγρυπνη εξυπνάδα. Του Λεοπόλδου, τα καλοσχηματισμένα σώματα του άρεσαν. Αλλά δεν ήταν αυτό το κύριο κίνητρο της παρατήρησής του. Τον παρακινούσαν λογοτεχνικοί λόγοι. Είναι καλό να διαβάζουμε πολύ, να μελετούμε στα σοβαρά, έλεγε συχνά: αλλά για ένα συγγραφέα είναι πιο χρήσιμο να παρατηρεί τους ανθρώπους από το να διαβάζει τα καλύτερα βιβλία. Πάει χαμένος ο συγγραφέας που το ξεχνά αυτό. Η καντίνα, ο δρόμος, τα δημόσια γραφεία ξεχειλίζουν από λογοτεχνικά κίνητρα. Θα μπορούσε, λόγου χάρη, να γραφτεί ένα διήγημα για τον τρόπο με τον οποίο μερικοί φτάνουν σε μια βιβλιοθήκη, ή ζητούν ένα βιβλίο, ή για το πώς κάθονται μερικές γυναίκες. Ήταν πεπεισμένος πως μπορούσε να γράψει ένα διήγημα για το ο,τιδήποτε. Είχε ανακαλύψει (και κρατήσει συγκεκριμένες σημειώσεις για αυτό) πως τα καλύτερα διηγήματα, ακόμη και τα καλύτερα μυθιστορήματα, βασίζονται σε πράγματα ασήμαντα, σε καθημερινά συμβάντα άνευ προφανούς σημασίας. Το ύφος, βασική χάρη για να ξεχωρίσουν οι λεπτομέρειες, ήταν το παν. Το έργο ήταν ανώτερο του υλικού του. Δεν χωρούσε αμφιβολία πως ο καλύτερος συγγραφέας ήταν αυτός που από ένα τίποτα έφτιαχνε ένα αριστούργημα, ένα αντικείμενο αιώνιας τέχνης. «Ο συγγραφέας- είπε ένα βράδυ στο καφέ- που πιο πολύ μοιάζει στο θεό, ο μέγιστος δημιουργός, είναι ο δον Χουάν Βαλέρα: δεν λέει απολύτως τίποτα. Από αυτό το τίποτα έχει βγάλει μια δωδεκάδα βιβλία». Το είχε πει τυχαία, σχεδόν χωρίς να το σκεφτεί. Αλλά αυτή η φράση έκανε τους φίλους του να γελάσουν, και επιβεβαίωσε δι’ αυτής τη φήμη ευφυίας του. Από την πλευρά του, ο Λεοπόλδος κράτησε σημειώσεις από εκείνες τις αξιομνημόνευτες λέξεις και καρτερούσε την ευκαιρία να τις χρησιμοποιήσει σε ένα διήγημα.

Άφησε τα χαρτιά του πάνω στο τραπέζι. Άπαξ και βεβαιώθηκε πως κανείς δεν θα τολμούσε να υφαρπάξει τα δικαιώματά του, σηκώθηκε και κατεύθυνε τα βήματά του προς την βιβλιοθηκάριο. Πήρε ένα εισιτήριο. Έβγαλε κομψά από την τσέπη την μονάκριβη πένα του και με την καλύτερη γραφή του, προσεχτικά κι αργά, έγραψε: Ε-42-326. Katz, David. Ζώα και άνθρωποι, Λεοπόλδος Ραλόν. Φοιτητής. 32 ετών.

Από τα οχτώ αφαιρούσε δυο. Από τα οχτώ ήδη δεν ήταν φοιτητής.

Λίγο αργότερα ο Λεοπόλδος καθιστός και πάλι κρατώντας το βιβλίο ανοιχτό με το δείχτη, έψαχνε το σχετικό κεφάλαιο για τους σκύλους. Διάφορες λευκές κόλλες χαρτιού και η πένα περίμεναν με ανυπομονησία πάνω στο τραπέζι τη στιγμή που θα καταγραφόταν οποιοδήποτε στοιχείο ενδιαφέρον.

Ο Λεοπόλδος ήταν ένας συγγραφέας σχολαστικός, αδυσώπητος με την πάρτη του. Από τα δεκαεπτά του είχε παραχωρήσει όλον τον καιρό του στα γράμματα. Όλη τη μέρα, το μυαλό του ήταν μονίμως στη λογοτεχνία. Το πνεύμα του εργαζόταν σφοδρά και ποτέ δεν παραδόθηκε ηττημένο στον ύπνο πριν από τις δέκα και μισή. Ωστόσο, ο Λεοπόλδος υπέφερε από ένα ελάττωμα: δεν του άρεσε να γράφει. Διάβαζε, κρατούσε σημειώσεις, παρατηρούσε, έδινε το παρόν σε διαλέξεις, σχολίαζε με δριμύτητα τα αξιοθρήνητα ισπανικά των εφημερίδων, έλυνε απαιτητικά σταυρόλεξα ως διανοητική άσκηση (ή κι ως ανάπαυλα). Είχε μόνο φίλους συγγραφείς, σκεπτόταν, μιλούσε, έτρωγε και κοιμόταν ως συγγραφέας. Αλλά τον άρπαζε ένας βαθύς τρόμος όταν επιχειρούσε να πιάσει την πένα. Παρόλο που ο πιο σταθερός ευσεβής πόθος του συνίστατο να γίνει διάσημος συγγραφέας, η στιγμή της επίτευξης καθυστερούσε με τις κλασικές δικαιολογίες, ήτοι: πρώτα πρέπει να ζει κανείς, προηγουμένως χρειάζεται να έχει διαβάσει τα πάντα, ο Θερβάντες έγραψε τον δον Κιχώτη σε προχωρημένη ηλικία, χωρίς βιώματα καλλιτέχνης δεν υπάρχει, και άλλες περί ύφους. Μέχρι τα δεκαεπτά δεν είχε αναλογιστεί να γίνει δημιουργός. Η κλίση του, του ήρθε μάλλον από έξω. Τον υποχρέωσαν οι περιστάσεις. Ο Λεοπόλδος ξαναθυμόταν πώς είχε γίνει και σκέφτηκε μέχρι ότι μπορούσε να γράψει ένα διήγημα. Για μερικές στιγμές η προσοχή του αφαιρέθηκε από το βιβλίο του Κατς.

Ζούσε τότε σε μια πανσιόν. Ήταν δευτεροετής, ερωτευμένος με τον κινηματογράφο και την κόρη της ιδιοκτήτριάς του. Στο σύζυγό της έλεγαν «ο νομικάριος», επειδή για ένα εξάμηνο σπούδασε στη Νομική. Αυτός ο λόγος –ήδη ισχυρός-, συν ότι οι υπόλοιποι οικότροφοι ήταν ένας γιατρός, ένας μηχανικός, ένας φοιτητής νομικής κι ένας στρατιώτης ιππικού που διάβαζε όλη την ώρα ποίηση του Χουάν δε Διός Πέσα, είχαν ως αντίκτυπο ότι ο Λεοπόλδος εξαρχής αισθανόταν μέσα σε μια ατμόσφαιρα ιδιαιτέρως πνευματική.

Εδώ ο Λεοπόλδος δεν μπόρεσε να αποφύγει ένα χαμόγελο. Σκεφτόταν ένα διήγημα πάνω στην πρώτη του παρόρμηση να μετατραπεί σε συγγραφέας (που θα επιχειρούσε για δεύτερη φορά). Αλλά η ανάμνηση του γιατρού παρέκαμψε τις σκέψεις του. Αναμφίβολα, επρόκειτο για άλλο ένα καλό θέμα.

«Ο Ρ. Φ., ο γιατρός, είχε τελειώσει τις σπουδές του εννιά χρόνια τώρα. Αλλά εξακολουθούσε να είναι οικότροφος, σίγουρα επειδή στην προοπτική να γίνει επαγγελματίας, θεώρησε ότι υπήρχε ένας σωρός στο κτίριο, με πλήθος πιθανοτήτων να αρρωστήσουν, ώστε το κυνήγι πελατείας βγαίνοντας στο δρόμο θα ήταν καθαρή επιπολαιότητα. Έτσι, παρ’όλη τη φιλία που έλεγε ότι έτρεφε για όλους, δωρεάν δεν παρείχε καμία υπηρεσία. Όπως και να ‘χει, να δείχνεις ότι δεν σου κάνει κέφι και να είσαι εξιλεωμένος, ανέκαθεν πιάνονταν χέρι-χέρι. Να παραπονιέσαι για την κούραση και να τεντώνεις το αυτί στα πνευμόνια ήταν σαν αδέλφια. Να δείχνεις την κούραση και να είσαι υπό την επήρεια της ένεσής της κατέληγαν να είναι ένα και το αυτό. Και το καλό ήταν πως το να μην παραπονιέσαι, δεν χρησίμευε σε τίποτε, οπότε είχε για σλόγκαν ότι τέλεια υγεία δεν υπάρχει και το να νιώθεις καθ’ όλα υγιής είναι χειρότερο από μια γνωστή και, ως εκ τούτου, ελέγξιμη αρρώστια. Και, εν τέλει, το κοιμητήριο ήταν γεμάτο από εύπιστους».

Ο Λεοπόλδος κράτησε μερικές σημειώσεις κι έγραψε στο βιβλιαράκι του: «Να συμβουλευτώ αν ένα διήγημα για ένα γιατρό δεν έχει ομοίως γραφτεί. Στην αρνητική περίπτωση, να σκεφτώ γύρω από το θέμα και να το περιεργαστώ από αύριο κιόλας».

Μπορούσε στην εισαγωγή να γελοιοποιήσει το μίσος που έτρεφε ο γιατρός για τη χειρουργική και μετά να μπει πλήρως στο θέμα, τη στιγμή που η ιδιοκτήτριά του δήλωσε πως είχε σκωληκοειδίτιδα κι έπρεπε να χειρουργηθεί και στην επακόλουθη-ακούγοντάς το-έκρηξη οργής του γιατρού. Νέα σημείωση του Λεοπόλδου: «Οχτώ μέρες πέρασαν χωρίς να της απευθύνει το λόγο, αφότου δήλωσε ότι θα έφευγε από το σπίτι, αν αυτή πραγματοποιούσε παρόμοια ηλιθιότητα». Μια σημείωση επιπλέον: «Χειριζόμενος με ειρωνεία το γεγονός ότι, όταν η κυρία, σε πείσμα όλων, χειρουργήθηκε, αυτός δεν εκπλήρωσε την απειλή του, αλλά αντίθετα, όταν εκείνη γύρισε, επιχείρησε να την πείσει ότι η πληγή δεν θα αργούσε ξανά να ανοίξει, πράγμα που καθιστούσε απαραίτητη την παρουσία του, διότι ποτέ δεν μπορεί κανείς να ξέρει…Ιδού μια γεύση από το διάλογο:

»- Όχι, κυρία, καταλάβετέ το. Η πληγή είναι χειρότερη από την αρρώστια. Ο πιο καίριος τρόπος να σκοτώσεις κάποιον συνίσταται να του προκαλέσεις μια πληγή στην κοιλιά. Αυτό το καταλαβαίνει μέχρι κι ένα παιδί.

»- Αλλά ήδη, ναι, νιώθω καλύτερα. Και ποτέ δεν ήμουν καλύτερα από ότι τώρα.

»- Κυρία, μπορείτε να σκεφτείτε ό,τι θέλετε. Όμως καθήκον μου είναι να σας φροντίσω, να αποτρέψω ένα μοιραίο τέλος».

Ήσυχος μπροστά στην προοπτική να ξεδιπλώσει αυτό το θαύμα, ο Λεοπόλδος άνοιξε το βιβλίο του Κατς κι έψαξε ήρεμα το ανάλογο κεφάλαιο για τα έντομα των σκύλων. Πρώτα, παρακινημένος από την ασύνειδη επιθυμία να μην έρθει κατά μέτωπο με το πρόβλημά του περί στιγμής, σταμάτησε στις υπαινικτικές σελίδες για το πώς τσιμπούν οι κότες. Ήταν περίεργος. Η μια τσιμπούσε την άλλη, η άλλη την επόμενη, η επόμενη την παρεπόμενη, σε μια διαδοχή που κατέληγε μόνο σε κούραση ή πλήξη. Ο Λεοπόλδος, λυπημένος, συσχέτισε αυτό το οδυνηρό γεγονός με τα αλυσιδωτά μη αμοιβαία τσιμπήματα που παρατηρούσε στην ανθρώπινη κοινωνία. Μεμιάς διέκρινε τις πιθανότητες που παρείχε μια παρατήρηση αυτής της φύσης για να γράψει ένα σατιρικό διήγημα. Κράτησε σημειώσεις. Ο πρόεδρος από μια οποιαδήποτε διαπραγμάτευση φωνάζει το διευθυντή να έρθει και τον επικρίνει για την επιείκειά του, την ίδια στιγμή που δείχνει με θυμό μία γραφική παράσταση καθόδου.

»-Καταλαβαίνετε καλύτερα από εμένα πως αν τα πράγματα συνεχίσουν έτσι, το εμπόριο θα πιάσει πάτο. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα αναγκαστώ να προτείνω ως κατάλληλη λύση στην επόμενη συνάθροιση μετόχων να ψάξουμε έναν πιο επιδέξιο διευθυντή.

»Ο διευθυντής, αιφνιδιασμένος από το τσίμπημα, θέλει να πει κάτι αλλά το αφεντικό του ήδη δίνει διάλεξη και στη στενογραφία επικεντρώνει πάλι τα λόγια του: «η διαπιστωμένη ευημερία στην διαπραγμάτευσή μας το τελευταίο τρίμηνο με υποχρεώνει να σκεφτώ ότι η απειλή περί ρήξης προκύπτει μάλλον από ένα φυσικό φόβο εκ μέρους σας, από μια ασύμβατη σκοπιά. Το γεγονός ότι οι πωλήσεις έπεσαν τις τελευταίες ημέρες υπακούει σε ένα απλό φαινόμενο που μελετήθηκε από τον Άνταμ Σμιθ ήδη και έγκειται στη μεταβλητότητα προσφοράς και ζήτησης. Όταν η αγορά κορεστεί…».

»Ο διευθυντής καλεί οπότε τον προϊστάμενο πωλήσεων:

»Εσείς πρέπει να καταλάβετε καλύτερα από μένα ότι αν τα πράγματα συνεχίσουν, κ.λ.π., θα αναγκαστώ, κ.λ.π., για κατάλληλη λύση, κ.λ.π.

»Το τσίμπημα επιφέρει αντιδράσεις στον προϊστάμενο διεύθυνσης της κύριας κότας σε πώληση:

»Αν την επόμενη εβδομάδα οι πωλήσεις δεν ανέβουν 20%, πολύ φοβούμαι ότι εσείς, κ.λ.π.

»Με λίγα φτερά λιγότερα, η βασική κότα σε πώληση τσιμπά την πιο κοντινή της κατώτερη, που θα τσιμπήσει το ταίρι της, που θα τσιμπήσει τη μητέρα του, που…»

Εν τέλει, συμπέρανε ο Λεοπόλδος, θα μπορούσε να γράψει ένα καλό διήγημα με αυτό το θέμα για κίνητρο. Η συγκριτική ψυχολογία ήταν κάτι που κάθε συγγραφέας έπρεπε να ξέρει. Σημείωσε ότι χρειαζόταν να κρατήσει μερικές σημειώσεις κι έγραψε στο σημειωματάριό του: «Διήγημα τσιμπημάτων. Επίσκεψη σε δυο τρεις μεγάλες αποθήκες. Να παρατηρήσω. Να κρατήσω σημειώσεις, ει δυνατόν, να μιλήσω με το διευθυντή. Διείσδυση στην ψυχολογία του και αντιπαραβολή της με την αντίστοιχη μιας κότας».

Μέχρι τώρα, προτού φτάσει στο κεφάλαιο των σκύλων, ο Λεοπόλδος κοίταξε επίμονα μια κοπέλα που έμπαινε. Τώρα ναι. Εδώ ήταν το κεφάλαιο. Θα μετέφερε βέβαια στο βιβλιαράκι του κάθε χρήσιμο στοιχείο. Τα γαλανά κουρασμένα μάτια του, που με τις βαθιές σακούλες τους του πρόσθεταν ένα ολοφάνερα πνευματικό προφίλ, διέτρεχαν μεθοδικά τις σελίδες. Πότε πότε σταματούσε, με μία οξυδερκή έκφραση θριάμβου, για να γράψει μερικές λέξεις. Τότε ακουγόταν το γρατζούνισμα της πένας σε όλη την αίθουσα. Το χέρι του, με προσοχή, καλυμμένο από λεπτό χνούδι, που αποκάλυπτε ένα σφριγηλό κι ανθεκτικό χαρακτήρα, χάραζε τα σύμβολα με σταθερότητα κι αποφασιστικά. Προφανώς ο Λεοπόλδος λάτρευε την παράταση αυτής της ευχαρίστησης.

Έγραφε ένα διήγημα για ένα σκύλο, ούτε λίγο ούτε πολύ, εδώ κι επτά χρόνια. Συγγραφέας ευσυνείδητος, η επιθυμία για την τελειότητα τον είχε κάνει να εξαντλήσει σχεδόν την υπάρχουσα λογοτεχνία γύρω από αυτά τα ζώα. Στην πραγματικότητα, η πλοκή ήταν πολύ απλή, πολύ της αρεσκείας του. Ένας μικρός σκύλος της πόλης ξαφνικά μεταφερόταν στην εξοχή. Εκεί, εξαιτίας μιας σειράς γεγονότων που ο Λεοπόλδος ήδη είχε ξεκάθαρα στο κεφάλι του, το κακόμοιρο κτήνος του άστεως βρισκόταν στην καταραμένη ανάγκη να αντιμετωπίσει έναν ακανθόχοιρο σε αγώνα μέχρι θανάτου. Η απόφαση για το ποιος θα νικούσε στον καυγά στοίχισε στον Λεοπόλδο πολλές ανελέητα άγρυπνες νύκτες, καθώς το έργο του διέτρεχε τον κίνδυνο να αξιολογηθεί συμβολικά πιο πολύ, από έναν μη δεινό αναγνώστη. Αν αυτό συνέβαινε, η ευθύνη του συγγραφέα θα απέβαινε ανυπολόγιστη. Αν ο σκύλος έβγαινε νικητής, θα μεταφραζόταν ενδεικτικά ότι η ζωή στις πόλεις δεν μείωνε την αξία, τη δύναμη, την επιθυμία του αγώνα ούτε την ενεργητικότητα των ζωντανών όντων ενώπιον του κινδύνου. Αν αντιθέτως, ο ακανθόχοιρος υπερτερούσε, εύκολα θα σκέφτονταν (πανηγυρικά και λανθασμένα) πως το διήγημά του εσώκλειε, κατά βάθος, μια πικρή κριτική στον Πολιτισμό και την Πρόοδο. Και τότε, σε τι κατέληγε η Επιστήμη; Σε τι, οι σιδηρόδρομοι, το θέατρο, τα μουσεία, τα βιβλία και η μόρφωση; Στην πρώτη περίπτωση θα σκέφτονταν δικαιολογημένα ότι υπεραμυνόταν μιας ζωής σούπερ πολιτισμένης, απομακρυσμένη παντελώς από την Μητέρα Γη, πράγμα που ήταν εφικτό να θεωρηθεί, χωρίς αυτήν την επαφή, ενώ ο θρίαμβος του σκύλου το φώναζε ουρλιάζοντας. Μία έμμεση λύση θα ήταν δέσμευση για αυτό το νόημα. Κι ωστόσο, ο θεός ήξερε καλά, τίποτε δεν γλιτώνει από τη σκέψη του. Ήδη έβλεπε τις ανελέητες κριτικές στις εφημερίδες: «Ο Λεοπόλδος Ραλόν, ο υπερπολίτιστος έχει γράψει ένα διήγημα που αποπειράται επιτηδευμένα και δοκησίσοφα να….να…κλπ.». Από την άλλη πλευρά, αν ο ακανθόχοιρος λογάριαζε το σκύλο, αρκετοί θα υπέθεταν πως επρόκειτο για ένα άγριο ζώο, δασύτριχο, ικανό να ρίξει καταγής τα χ χρόνια της ανθρώπινης προσπάθειας για μια ζωή πιο άνετη, πιο εύκολη και πολιτισμένη, πιο πνευματική εν τέλει. Για μήνες αυτό το δίλημμα του απορρόφησε όλον τον καιρό. Ολόκληρες νύχτες ο Λεοπόλδος στριφογύριζε άυπνος στο κρεβάτι του, ψάχνοντας το φως. Οι φίλοι του, τον έβλεπαν ανήσυχο, πιο σακουλιασμένο και χλωμό από ποτέ. Οι πιο κοντινοί του, του συνέστησαν να δει ένα γιατρό, να πάρει μια ανάπαυλα. Αλλά όπως και σε άλλες περιπτώσεις (στο διήγημα του διαπλανητικού αεροπλάνου, στο άλλο με την κυρία που κάτω από ένα φανάρι, στη μέση παγερού ψύχους, έπρεπε να βγάλει το ψωμί της για τα άτυχα παιδιά της) ο Λεοπόλδος τους καθησύχασε με το ιδιαίτερο αποθαρρυντικό ύφος του: «Γράφω ένα διήγημα. Δεν είναι τίποτα». Εκείνοι, είναι αλήθεια, χάρηκαν πολύ που είδαν ένα από τούτα τα διηγήματα να τελειώνει. Αλλά ο Λεοπόλδος δεν τα εξέθετε. Ήταν ακραία σεμνότυφος. Δεν τον απασχολούσε η δόξα τον Λεοπόλδο. Μια μέρα είδε το όνομά του στην εφημερίδα: «Ο συγγραφέας Λεοπόλδος Ραλόν θα δημοσιεύσει συντόμως βιβλίο με διηγήματά του». Μόνο αυτές οι λέξεις, στη μέση της εκτυφλωτικής είδησης ότι ένας αρτίστας του σινεμά είχε σπάσει το πόδι κι ότι μια χορεύτρια είχε καταρράκτη. Αλλά ούτε και αυτή η σαφής αναγνώριση στην ευστροφία του, έκανε το Λεοπόλδο να επαίρεται. Αψηφούσε τόσο τη δόξα που, γενικά, ούτε καν τελείωνε τα έργα του. Υπήρχαν φορές, ακόμη, που δεν έμπαινε καν στον κόπο να τα αρχίσει. Και μετά, ούτε λόγος περί βιασύνης. Είχε ακούσει ή διαβάσει πως ο Τζόυς κι ο Προυστ διόρθωναν πολύ. Για αυτό σε όλα τα δημιουργήματά του, συνήθιζε να αφήνει μια λεπτομέρεια ανοιχτή, μια απόχρωση να εκκρεμεί. Ποτέ κανείς δεν ήξερε πότε θα έβαζε τελεία. Το ταλέντο έκανε κύκλους φήμης κάθε επτά χρόνια. Πόσες φορές χρειαζόταν να περάσουν εβδομάδες και μήνες προτού η σωστή λέξη να μπει ερχόμενη -λες κι από μόνη της- στη σωστή θέση, στο μοναδικό και αναντικατάστατο μέρος!

Όταν λοιπόν ο Λεοπόλδος μπόρεσε να λυτρωθεί από το θάνατο του σκύλου (στο τέλος, επίσης είχε ισχυρούς λόγους περί αυτού), επέλεξε, τελικά, το θρίαμβό του. Εξετάζοντάς το καλά, αν ο ίδιος έγραφε τα έργα του με μια πένα που δεν έχυνε μελάνι στα αεροπλάνα, αν μόνο με το να δώσει μερικές στροφές σε ένα δίσκο, μπορούσε να επικοινωνήσει διά τριών χιλιάδων βουνών και κοιλάδων με έναν αγαπημένο φίλο, αν με μια απλή εντολή του, το έργο κάποιου άλλου, γραμμένο σε κέρινες τάβλες δυο χιλιάδες χρόνια πριν, μπορούσε να φτάσει στα χέρια του, και όλα αυτά του φαίνονταν τέλεια, υπήρξε μια στιγμή που του έγινε ξεκάθαρο ότι ο σκύλος έπρεπε να θριαμβεύσει. «Ναι, αγαπημένο και καλοσυνάτο ζώο-σκέφτηκε ο Λεοπόλδος-, αναπόφευκτα θριαμβεύεις. Σου το διαβεβαιώνω εγώ πως θα θριαμβεύσεις». Και ο σκύλος ήταν έτοιμος για το θρίαμβο. Όταν ο Λεοπόλδος τελείωνε την ανάγνωση του βιβλίου του Κατς, ο σκύλος θα θριάμβευε οριστικά.

Παρά ταύτα, όταν ο Λεοπόλδος έφτασε σε αυτήν την τολμηρή απόφαση, τον περιέλουσε μια απρόσμενη δυσκολία: ποτέ του δεν είχε δει ακανθόχοιρο.

Επομένως, παρατήρησε πως έπρεπε να ψάξει υλικό για τους ακανθόχοιρους. Πίστευε αναγκαία ότι ένας ακανθόχοιρος ήταν ο αντίπαλος του σκύλου του. Ήταν πιο πρόσφορο σε ιδέες. Η λεπτομέρεια ότι αυτό το μοναδικό ζώο ήταν οπλισμένο με αγκάθια, τον έθελξε από την πρώτη στιγμή. Ο ακανθόχοιρος που εκσφενδονίζει τα βέλη του, του έδινε την ευκαιρία να αναφερθεί, επιγραμματικά, στις ανθρώπινες κοινωνίες, αίσια πια σχεδόν αφανισμένες, καθώς για χιλιετίες χρησιμοποιούσαν τα βέλη για να πολεμούν. Δίχως να το υπολογίσουν, ξεδιπλώνοντας σαφή επιδεξιότητα, μπορούσε να βρεθεί τρόπος να γίνει μια ασαφής νύξη σε κείνη την μεγαλόπρεπη απάντηση του: «ποιος ήταν; Να τον συμβουλευτείς», σε κείνη την αλαζονική απάντηση του χ μπροστά στην απειλή του εχθρού να καλύψει τον ήλιο με τα βέλη του: «Καλύτερα. Θα παλέψουμε υπό σκιά». Του ήταν προφανές, επιπλέον, ότι αν ο αντίπαλος του σκύλου ήταν ένα λιοντάρι (μιας κι αυτό το ζώο ήταν πιο πλούσιο σε ιστορικολογοτεχνικές αναφορές), η νίκη του πρώτου κατέληγε ελαφρώς πιο προβληματική. Είναι βέβαιο ότι είχε δει λιοντάρι στο ζωολογικό. Αλλά ένα λιοντάρι, τελικά, δεν χρησίμευε. Τα φίδια μπορούσαν να είναι χρήσιμα, αλλά υπόκεινταν σε θεολογικούς συσχετισμούς που καθίστατο αναγκαίο να αποφευχθούν σε ένα διήγημα όπως αυτό που σκόπευε να κάνει. Αρκετά πια είχε να κάνει με το πρόβλημα πόλης-εξοχής. Κι ούτε σκέψη για αράχνη ή οποιονδήποτε άλλο δηλητηριώδη κοριό. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός σε αυτήν την περίπτωση θα αποδυνάμωνε το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Επαληθευόταν ότι έπρεπε να είναι ένας ακανθόχοιρος. Στον ακανθόχοιρο οι πιθανότητες της ήττας, μην υπολογίζοντας «την πάλη υπό σκιά», ήταν πιο πολυάριθμες και εφικτές.

Ο Λεοπόλδος υπέφερε μία απογοήτευση μαθαίνοντας από το βιβλίο ότι οι σκύλοι ήταν λιγότερο έξυπνοι από ό,τι η κοινή γνώμη των ανθρώπων φαντάζεται. Αληθεύει πως η ανάπτυξη των ενστίκτων τους ήταν εκπληκτική, σχεδόν τόσο εκθαμβωτική όπως η αντίστοιχη των αλόγων, που είναι ικανά, με λίγη πρακτική, να λύσουν μαθηματικά προβλήματα. Αλλά περί εξυπνάδας, κύριοι, αυτό που ονομάζεται εξυπνάδα, τίποτα, απολύτως τίποτα. Ως εκ τούτου, έπρεπε ο ήρωάς του να θριαμβεύσει σύμφωνα με αυτό που η επιστήμη υπαγόρευε, κι όχι σύμφωνα με τα σχέδιά του και στη φόρμα που αυτός θα ήθελε. Σκέφτηκε μετά λύπης του ότι το κακόμοιρο παρενοχλημένο ζώο ήταν ικανό να δαγκώσει στο σβέρκο ένα αγριογούρουνο, αλλά ποτέ, ούτε αμυδρά, να σηκώσει μια πέτρα από το έδαφος και να τη ρίξει στο κεφάλι του εχθρού του (κράτησε μία σημείωση). Και, ωστόσο, ο τρόπος του να εξιλεώνεται όταν ένιωθαν άρρωστοι, δεν υποδείκνυε μια έξυπνη πράξη; Πόσοι γνωστοί του ήταν ικανοί για μια ανάλογη πράξη; Θυμήθηκε το μηχανικό. Μπορούσε να γράψει ένα διήγημα. Όλη του η εφηβεία, αν εξεταζόταν καλά, ήταν ολόγιομη από εξαίρετα θέματα για διηγήματα.

Στο τραπέζι, πλάι στο γιατρό, καθόταν ο μηχανικός. Σε αντίθεση με τον «νομικάριο», δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ. Από τον τρόπο του να μένει σιωπηλός, μυστηρίου μη εξαιρουμένου, μπορούσε να επωφεληθεί μέχρι και για ένα καλό διήγημα. Η ιστορία μπορούσε να αρχίζει έτσι, εντελώς φυσικά:

«Ένα ζεστό μεσημέρι, όταν αρχίζαμε να τρώμε, είδαμε για πρώτη φορά το μηχανικό. Βλέποντάς τον, ποιος θα σκεφτόταν ότι υπέθαλπε έναν εγκληματία; Θυμάμαι ότι όλα ξεκίνησαν όταν ο γιατρός, με τη συνήθη φροντίδα του, αποκάλυψε στο μηχανικό ότι το χρώμα των ματιών του, τον ανησυχούσε κάπως:

»- Δεν θα ήθελα να σας ανησυχήσω, πάνε δυο μέρες που μας τιμάτε με την παρουσία σας σε αυτό το σπίτι. Με κανένα τρόπο. Αλλά, μετά, θα το είχα μεγάλο βάρος στη συνείδησή μου, ως φίλος κι ως επαγγελματίας, να μη σας προειδοποιήσω εγκαίρως για την ασθένεια που μαντεύω απ’ τα κουρασμένα μάτια σας. Επιτρέψτε μου, κύριε, να σας πω ότι το συκώτι σας δεν λειτουργεί σωστά».

Και θα άφηνε το διάλογο για να χειριστεί σχολαστικά τις διαφορετικές φάσεις μίσους που δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο. Ο γιατρός δεν μπορούσε να συγχωρήσει στο μηχανικό ότι ο τελευταίος ποτέ του δεν φοβήθηκε μήτε του ζήτησε συνταγή για κάτι. Ασυγχώρητο ήταν πως αν αρρώσταινε, ο μηχανικός έκανε σαν τους σκύλους: σταματούσε να τρώει. Κι επίσης, πήγαινε αυτοπροσώπως στο φαρμακείο, ζητούσε ένα καθαρτικό και το έπαιρνε χωρίς να πει τίποτε σε κανέναν και χωρίς κανείς να το μάθει, αν εξαιρέσουμε τους τακτικούς κι αθόρυβους νυχτερινούς περιπάτους του στους διαδρόμους. «Τι θαυμάσιο, τι καλό διήγημα!», παρατήρησε ο Λεοπόλδος. Κι είδε σαν να κρατούσε από χτες, το μίσος του γιατρού για το μηχανικό και πώς εκείνο προμήνυε ενοχλητικά συχνά τον επικείμενο θάνατο του δεύτερου χωρίς να φαντάζεται ότι το τέλος του πλησιάζει.

Κι έπειτα, ο μηχανικός ζούσε χωμένος σε ένα δωμάτιο, όπου σχεδίαζε ακούραστα (κι από όπου σίγουρα πάθαινε τον οπτικό ερεθισμό) ένα υπόγειο τούνελ για το κανάλι της Μάγχης κι ένα υπόγειο κανάλι για τον ισθμό στο Τεχουαντεπέκ. Για το τέλος συνοπτικά, θα άφηνε να περάσει ο καιρός για να τους συναθροίσει όλους σε μια αίθουσα, με πρόσχημα μια οικογενειακή γιορτή. Γιατρός και μηχανικός, αμφότεροι καθυστερούσαν. Έπειτα, απλά, θα περιέγραφε πώς είχαν συναντήσει αυτόν τον τελευταίο, στο δωμάτιό του, με ένα στιλέτο αιμοσταγές ανά χειρός, και παρατηρώντας επίμονα (όπως μια κότα υπνωτισμένη, σημείωσε), το πτώμα του εχθρού μπρούμυτα, πάνω σε μια ανατριχιαστικά κατακόκκινη λίμνη αίματος.

Δυστυχώς ο Λεοπόλδος δεν μπορούσε να δώσει λύση στο διήγημά του, κάνοντας το σκύλο να εξαγνιστεί από καθαρό ένστικτο, ή νικώντας με μπουνιές τον ακανθόχοιρο. Ο σκύλος του έχαιρε άκρας υγείας δοκιμασμένα. Το πρόβλημα ήταν στο να τον κάνει να καυγαδίσει χωρίς περισσότερα όπλα από τα δικά του. Να τον θέσει την κρίσιμη στιγμή στον αγώνα θανάτου με ένα ζώο που θα αντίκριζε για πρώτη φορά. Αυτό τον κατέβαλε και του προξένησε τη συνηθισμένη κατάθλιψη. Σε κάθε βήμα τράκαρε πάνω σε δυσκολίες, σχεδόν αδύνατο να νικηθούν, σε φοβερά εμπόδια που τον εμπόδιζαν να εκτελέσει με επιτυχία το διήγημά του. Είχε προσφύγει σε αμέτρητες βιβλιοθήκες ψάχνοντας υλικό για τους σκύλους. Και τώρα που θεωρούσε ότι ήταν καλά πληροφορημένος, έβλεπε ότι δεν γνώριζε τίποτε σχεδόν σχετικά με τους ακανθόχοιρους. Ποτέ δεν θα είχε τέλος. Σήμερα μια αμφιβολία, αύριο ένας νέος ενδοιασμός. Έπρεπε εκ νέου να επιχειρήσει μια πρόσφορη έρευνα για να διεισδύσει στις συνήθειες ενός ακανθόχοιρου: στον τρόπο ζωής του, στα ένστικτά του, αν δύναται να νικήσει ένα σκύλο ή αν πάντα υποτάσσεται στις σκυλίσιες δαγκωνιές, και στο μέγιστο ή ελάχιστο δείκτη ευφυΐας. Χωρίς να το θέλει, είχε αμφιβολίες αν αυτό το θέμα, όπως συνέβαινε σε άλλες περιπτώσεις, δεν είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από άλλους διηγηματογράφους, πράγμα που μεμιάς θα ακύρωνε τις προσπάθειες των τόσων ετών του. Αλλά παρηγορήθηκε στην ιδέα πως ακόμη και αν αυτό το διήγημα είχε ήδη γραφτεί, τίποτε δεν τον εμπόδιζε να το ξαναγράψει, όπως έκαναν ο Σαίξπηρ ή ο Λεόν Φελίπε, οι οποίοι -όπως όλοι γνωρίζουν- έπαιρναν θέματα από άλλους συγγραφείς, τα ξαναέφτιαχναν, τους εμφυσούσαν την προσωπική ανάσα τους, και τα μετέτρεπαν σε τραγωδίες πρώτης τάξεως. Θεώρησε ότι, όπως και να ‘χει, είχε προχωρήσει ήδη πάρα πολύ, για να τα παρατήσει τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια συνεχούς εργασίας. Δεν πάει πολύς καιρός που είχε διαπιστώσει, με πίκρα, οι γείτονές του να ανταλλάσσουν ματιές με νόημα, κάθε φορά που ανακοίνωνε ότι έγραφε ένα διήγημα. Κιόλας θα έβλεπαν εκείνοι ότι δεν θα το έγραφε. Και άδικο θα είχαν; Κοκκίνισε. Χωρίς να το καταλάβει, βήμα με το βήμα, είχε μπει σε ένα λαβύρινθο ενδείξεων, για το οποίο ήταν πλήρως γνώστης, αναγκαία θα έπρεπε να βγει αν δεν ήθελε να αποτρελαθεί. Κι ο καλύτερος τρόπος διαφυγής ήταν να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, να γράψει κάτι, ο,τιδήποτε θα δικαιολογούσε τους μαύρους κύκλους, την ωχρότητα και τις ειδήσεις του για ένα έργο που πάντα ήταν επικείμενο κι έτοιμο να τελειώσει. Ήταν αδύνατο ύστερα από όλα να πει τελικά ατάραχος: «Λοιπόν εντάξει, απορρίπτω το γράψιμο. Δεν είμαι συγγραφέας. Είναι κάτι παραπάνω, δεν επιθυμώ να είμαι». Από την άλλη, είχε μια δέσμευση απέναντι στον εαυτό του, κι ήταν αμετάκλητο να αποδείξει στον Λεοπόλδο Ραλόν ότι η κλίση του δεν ήταν λανθασμένη, ότι ναι, ήταν συγγραφέας κι αυτό ήταν κάτι παραπάνω, ότι ναι, ήθελε να είναι. Τότε ήταν που για πρώτη φορά σκέφτηκε να χειριστεί τη φόρμα με την οποία καθόρισε την είσοδό του στην λογοτεχνική δημοκρατία. Είχε απαντήσει στο ημερολόγιό του και διαβάσει:

«Τρίτη 12

»Σήμερα σηκώθηκα νωρίς, αλλά δεν μου συνέβη τίποτα.

»Τετάρτη 13

»Χτες κοιμήθηκα όλη νύχτα. Όταν σηκώθηκα, έβρεχε κι έτσι δεν έχω περιπέτειες να αφηγηθώ στο αγαπημένο μου ημερολόγιο. Μόνο ότι καθώς στις επτά σημειώθηκε σεισμός, όλοι βγήκαμε στο δρόμο τρέχοντας, αλλά καθώς και σήμερα έβρεχε, βραχήκαμε κάπως. Τώρα, αγαπημένο ημερολόγιο, τα λέμε μέχρι αύριο το πρωί.

»Παρασκευή 15

»Χτες ξέχασα να σημειώσω τις περιπέτειές μου, αλλά αφού δεν είχα καμία, δεν πειράζει. Μακάρι αύριο να αποκτήσω τα πενήντα σεντς, γιατί θέλω να δω μια ταινία που λένε ότι είναι πολύ χαριτωμένη κι ο ληστής πεθαίνει τελικά καληνύχτα.

»Σάββατο 16

»Σήμερα το πρωί βγήκα με ένα βιβλίο στη μασχάλη για να το πουλήσω, να δω αν θα έπιανα τα πενήντα σεντς. Περπάταγα όταν με συνάντησε ο δον Υάκινθος, ο κύριος που ζει εδώ, και με έκανε να ντραπώ πολύ γιατί αυτός διαβάζει πολύ, αυτό ναι θα το βάλω γιατί είναι μια περιπέτεια, όταν με είδε με το βιβλίο, μου είπε πόσο του αρέσει η λογοτεχνία. Κι εγώ καταντράπηκα κι είπα «ναι». Οπότε συνέχισε να με ρωτά κι εγώ να του απαντώ. Και σας αρέσει να γράφετε, φίλε μου; Εγώ του είπα πως όλον τον καιρό γράφω. Ποιήματα ή διηγήματα. Διηγήματα. Θα μου άρεσε να δω μερικά. Όμως, όχι, είναι πολύ χάλια, ακόμη τώρα ξεκινώ. Σταματήστε να είστε μετριόφρων, έχω διακρίνει σε εσάς πολύ ταλέντο κι εδώ και πολύ καιρό το βλέπω πως γράφετε πολύ. Εγώ δεν του είπα παρά μόνο λιγάκι. Πότε θα μου δείξετε ένα; Όταν τελειώσω αυτό που κάνω. Πρέπει να είναι πολύ χαριτωμένο. Είναι κάπως έτσι κι έτσι. «Σήμερα κιόλας θα σας διηγηθώ σε όλους στο τραπέζι πως μεταξύ μας υπάρχει ένας μεγάλος άγνωστος συγγραφέας» κι εγώ ντράπηκα πολύ κι είπα ναι. Αύριο θα αρχίσω να γράφω ένα διήγημα, εύκολο είναι, μόνο πρέπει να φανταστώ ένα πράγμα και να το γράψω. Δεν μπόρεσα να δω την ταινία αλλά μου την είπε ο Χουάν όλη από τη μέση, επειδή έφτασε αργά, μου είπε ότι τον ληστή στο τέλος τον σκοτώνουν. Καλύτερα να σβήσω ό,τι έγραψα σήμερα, καθώς αυτό δεν είναι περιπέτεια, σήμερα δεν μου συνέβη καμία περιπέτεια».

Έτσι γεννήθηκε η κλίση του για συγγραφέας. Μέχρι εκείνη την ημέρα, κρατούσε σημειώσεις όλην την ώρα, ύφαινε κινηματογραφικά θέματα, θεατρικά έργα, αστυνομικά μυθιστορήματα και νουβέλες μυστηρίου, αγάπης ή επιστημονικού είδους. Σε πρώτο πρόσωπο, σε πλάγιο λόγο, σε επιστολική μορφή ή ημερολογίου, με ή άνευ διαλόγου. Διηγήματα τρομακτικά που βρέθηκαν μέσα σε ένα μπουκάλι σε μια παραλία. Διηγήματα, άλλοτε, ευγενείς περιγραφές πόλεων και συνηθειών. Αλλά η στιγμή για να πιάσει την πένα απομακρυνόταν καθώς τα χρόνια περνούσαν. Κατέγραφε στοιχεία και θέματα. Παρατηρούσε και σκεπτόταν εμβριθώς παντού και πάντα. Αλλά η αλήθεια είναι πως παρά την αναμφίβολη κλίση του, δεν έγραφε σχεδόν τίποτα. Ποτέ δεν έμενε ευχαριστημένος και δεν τολμούσε να βάλει τελεία σε κανένα έργο. Όχι, δεν έπρεπε να βιαστεί. Μεταξύ των φίλων του, η φήμη του συγγραφέα, του ήταν αδιαμφισβήτητη. Αυτό τον ανακούφιζε. Μια τυχαία μέρα θα τους εξέπληττε όλους με το αριστούργημα που περίμεναν από αυτόν. Η γυναίκα του τον είχε παντρευτεί, γοητευμένη εν μέρει από τη φήμη του. Ποτέ από τον σύζυγό της δεν είδε κάτι να δημοσιεύεται κάπου. Όμως, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο,  εκείνη διαπίστωνε το ολόγιομο κουτί από κάρτες, λες και κάθε στιγμή γέμιζε την πένα με γαλάζιο μελάνι έμπνευσης, λες κι η φαντασία του ήταν πάντα άγρυπνη, λες και το κάθε πράγμα, και το πιο ασήμαντο, του έλεγε πως μπορούσε να γράψει ένα διήγημα.

Το να αποδείξει στον εαυτό του ότι πράγματι ήταν συγγραφέας, έκανε το Λεοπόλδο μια μέρα να αρχίσει ένα διήγημα. Κάποιο πρωί, αφότου είχε αφήσει το υποσυνείδητό του να εργάζεται ολονυκτί, τον Λεοπόλδο βρήκε το ξημέρωμα με έμπνευση. Του πέρασε από το μυαλό ότι ο αγώνας ενός σκύλου με έναν ακανθόχοιρο ήταν ένα θαυμάσιο θέμα. Ο Λεοπόλδος δεν το άφησε να φύγει κι έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Ευθύς αμέσως είδε ξεκάθαρα ότι ήταν πολύ πιο εύκολο να βρει τα θέματα από το να τα αναπτύξει και να τους δώσει φόρμα. Οπότε κατέληξε ότι του έλειπε η κουλτούρα και βάλθηκε να διαβάζει μετά μανίας ό,τι έπεφτε στα χέρια του, κυρίως όμως όσα αναφέρονταν σε σκύλους. Λίγο καιρό μετά ένιωσε σε γενικές γραμμές σίγουρος. Ετοίμασε μια καλή ποσότητα χαρτιού, διέταξε σιγή σε όλο το σπίτι, φόρεσε ένα γείσο πράσινο για να προφυλάξει τα μάτια από τον επιβλαβή ηλεκτρισμό, καθάρισε την πένα του, τακτοποιήθηκε στην καρέκλα όσο καλύτερα μπορούσε, δάγκωσε τα νύχια, παρατήρησε με νόημα ένα μέρος του ανέφελου ουρανού και αργά, ενώ τον διέκοπταν μόνο οι κτύποι της ολότελα συγκινημένης καρδιάς του, έγραψε:

«Μια φορά ήταν ένας σκύλος πολύ χαριτωμένος που ζούσε σε ένα σπίτι. Ήταν από φίνα ράτσα, κι ως τέτοιος, αρκετά παιδάκι. Ο αφέντης του ήταν ένας κύριος πολύ πλούσιος με ένα όμορφο δαχτυλίδι στο μικρό δαχτυλάκι που είχε ένα εξοχικό αλλά μια μέρα του ήρθε η όρεξη να περάσει μερικές μέρες στην εξοχή για να αναπνεύσει καθαρό αέρα, εφόσον ένιωθε άρρωστος, εργαζόταν πολύ στις συναλλαγές σε σχέση με τα τελάρα, εξ’ ου και μπορούσε να αγοράζει καλά δαχτυλίδια κι επίσης να πηγαίνει στην εξοχή, οπότε σκέφτηκε πως έπρεπε να φέρει το σκύλο, καθώς σίγουρα δεν τον πρόσεχε η υπηρέτρια, τον παραμελούσε και το σκυλάκι υπέφερε αφού είχε μάθει να το προσέχουν στα όπα όπα. Όταν έφτασε στην εξοχή πάντα με τον καλύτερό του φίλο που ήταν το σκυλάκι, διότι ήταν χήρος, τα λουλούδια ήταν πολύ όμορφα, διότι ήταν άνοιξη κι αυτόν τον καιρό τα λουλούδια είναι πολύ όμορφα, διότι είναι η εποχή τους».

Ο Λεοπόλδος δεν υστερούσε σε κριτική ματιά. Κατάλαβε πως το ύφος του δεν ήταν πολύ καλό. Την επόμενη μέρα αγόρασε μια ρητορική και μία γραμματική Μπέλο Κουέρβο. Αμφότερα τον μπέρδεψαν περισσότερο. Έδειχναν πως να γράφεις καλά. Αλλά κανένα δεν έδειχνε πώς να μη γράφεις άσχημα.

Παραταύτα, ένα χρόνο αργότερα, χωρίς ιδιαίτερες προετοιμασίες, ήταν σε κατάσταση να γράψει:

»Ο σκύλος είναι ένα ζώο όμορφο κι ευγενές. Ο άνθρωπος δεν υπολογίζεται καλύτερος φίλος ούτε μεταξύ ανθρώπων, όπου φυτρώνουν η απιστία και η αχαριστία. Σε ένα κομψό αρχοντικό καλής τοποθεσίας της πυκνοκατοικημένης πόλης ζούσε ένας σκύλος αλήτης. Από φίνα ράτσα, ήταν αρκετά μικρός, ωστόσο δυνατός και με πυγμή που έφτανε ως τα άκρα. Ο αφέντης αυτού του γενναιόδωρου ζώου, καβαλιέρος πλούσιος και ευκατάστατος, είχε ένα εξοχικό. Κουρασμένος από τις ποικίλες και σπουδαίες ασχολίες του, μια μέρα αποφάσισε να περάσει μια περίοδο στην υπαίθρια εξοχική κατοικία του. Πιότερο ανήσυχος για την μεταχείριση που ο σκύλος μπορούσε να έχει εν τη απουσία του από το αχαλίνωτο υπηρετικό προσωπικό, ο καλοσυνάτος κι εύπορος βιομήχανος πήρε μαζί του το ευγνώμον σκυλάκι. Ναι, φοβόταν πως οι άξεστοι υπηρέτες θα το έκαναν να υποφέρει από την νωθρότητα και την ατημελησία τους.

»Η εξοχή, την άνοιξη, είναι πολύ ωραία. Αυτή τη γλυκιά εποχή αφθονούν τα πολύχρωμα λουλούδια από τα εκθαμβωτικά ανθηρά στεφάνια που εκστασιάζουν τη θέα του προσκυνητή από τη σκόνη που τράβηξε. Και το μελίρρυτο τιτίβισμα των χαρωπών και σίγουρων πουλιών είναι μια γιορτή για τα φινετσάτα αυτιά του διψασμένου ταξιδιώτη. Φάμπιο, τι ωραία που είναι η εξοχή την άνοιξη!».

Ρητορική και γραμματική δέσποζαν.

Μόλις πέρασε αυτό το σπουδαίο σημείο, ο Λεοπόλδος έφτασε ως τη στιγμή που το όμορφο και ευγενές ζώο έπρεπε να αντιμετωπίσει τον ακανθόχοιρο. Για όλο αυτό είχε παραπάνω από εκατόν τριάντα δύο κόλλες γεμάτες από τα σταθερά και καθαρά του γράμματα. Από αυτές, είναι βέβαιο πως είχε θυσιάσει καμιά πενήντα τρεις. Φιλοδοξούσε το έργο του να είναι τέλειο. Επιθυμία του ήταν να περιλάβει τα πάντα με εκείνο το απλό θέμα. Οι εικασίες του για το χρόνο και το χώρο δεν του πήραν πάνω από έξι μήνες μελέτης. Οι παρατεταμένες εκτροπές του για το ποιος ήταν ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, ο σκύλος ή το άλογο, για τη ζωή στην εξοχή και τη ζωή στις πόλεις, για την υγεία του σώματος και την υγεία της ψυχής (χωρίς να υπολογιστεί η καινοφανής μετάφραση του αφορισμού νους υγιής εν σώματι υγιεί), για το θεό και για τους εκπαιδευμένους σκύλους, για τα ουρλιαχτά των σκύλων στο φεγγάρι, το κόρτε των ζώων, τα έλκηθρα και το Διογένη, τον Ριν Τιν Τιν και την εποχή του (το σκύλο που ανέβαινε τις εξαίσιες κορφές της τέχνης), για τους μύθους και σε ποιον ανήκουν, στην πραγματικότητα, οι μύθοι του Αισώπου, με τις αναρίθμητες παραλλαγές που αυτό το όνομα έχει υποστεί στα ισπανικά, του πήρε πάνω από δύο χρόνια καρποφόρου μόχθου. Είχε τη λαχτάρα να κάνει το έργο του ένα διακριτικό μείγμα από Μόμπι Ντικ, Την Ανθρώπινη Κωμωδία, και Στην αναζήτηση του χαμένου χρόνου.

Από αυτόν ήδη είχαν περάσει μερικοί μήνες.

Την εποχή που τον συναντήσαμε, είχε αλλάξει εμφάνιση. Τώρα ετοιμαζόταν για τη σύνθεση. Για ποιο λόγο να γράφουμε τόσο, αν όλα, απολύτως όλα, μπορούν να εκφραστούν στην εγκράτεια μιας κόλλας; Πεπεισμένος για αυτήν την αλήθεια, έσβηνε και ξανάσβηνε βιαστικά κι ανελέητα με όλη του την πίστη στη νέα καλλιτεχνική του ροπή, και συχνά, με ένα εκλεκτό πνεύμα θυσίας.

Την ημέρα που τον έχουμε δει να μπαίνει στη βιβλιοθήκη, το έργο του, αξιόλογα μειωμένο, βρισκόταν, μια λέξη πάνω κάτω, στην ακόλουθη κατάσταση:

«Ήταν ένας καλός σκύλος. Μικρός, χαρωπός. Μια μέρα βρέθηκε σε ένα περιβάλλον που δεν ήταν το δικό του: στην εξοχή. Κάποιο πρωί, ένας ακανθόχοιρος…».

Ο Λεοπόλδος έκλεισε το βιβλίο του Κατς, όπου δεν βρήκε τίποτε αναφορικά με τους ακανθόχοιρους. Ζήτησε κάποια έργα που τους μελετούσαν. Όμως, τον ενημέρωσαν πως, άδικα, είχαν γραφτεί πολύ ελάχιστα για αυτούς. Έτσι, για την ώρα, έπρεπε να συμβιβαστεί με τις επισφαλείς σημειώσεις που παρέχει το λεξικό Μικρό Λαρούς εικονογραφημένο:

«Χοίρος (λατ. Porcus). Χοίρος, παχύδερμο θηλαστικό, κατοικίδιο. // Συμβ. Άνθρωπος βρόμικος και άξεστος: Συμπεριφέρεται σαν γουρούνι. // Ακανθόχοιρος, θηλαστικό τρωκτικό της βορείου Αφρικής, που έχει το δέρμα καλυμμένο από αγκάθια: ο ακανθόχοιρος είναι αβλαβής, νυκτερινός, και τρέφεται με ρίζες και φρούτα.// Αμερ. Το κοεντού// παρ. Σε κάθε γουρούνι φτάνει ο Σαν Μαρτίν του: σε όλον τον κόσμο φτάνει η ώρα του πόνου. Στο πιο ποταπό γουρούνι το καλύτερο βελανίδι: πολλές φορές έχουν τύχη αυτοί που δεν την αξίζουν. // Το γουρούνι είναι ένα ζώο πολύτιμο: όλα τα μέρη του σώματός του τρώγονται. Το κρέας του, που πρέπει να φαγωθεί πάντοτε μαγειρεμένο, διατηρείται στο αλάτι. Το λίπος, προσκολλημένο στο δέρμα, σχηματίζει το λαρδί. Λιωμένο και διατηρημένο, συγκροτεί το ζωικό λίπος του χοίρου. Οι τρίχες του ζώου χρησιμεύουν στις φάμπρικες βούρτσας και σκούπας. Η εκτροφή του γουρουνιού είναι εύκολη και γρήγορη, αυτό το ζώο ικανοποιείται με υπολείμματα κάθε είδους, ένεκα έλλειψης βελανιδιών, με κάστανα και πατάτες, στις οποίες τρέφει μεγάλη συμπάθεια».

-Αύριο-παρατήρησε ο Λεοπόλδος-, αύριο θα κάνω ένα ταξίδι στην εξοχή για να πάρω υλικό.

Ένα ταξίδι στην εξοχή! Τι όμορφο διήγημα μπορούσε να γράψει.

Augusto Monterroso, «Cuentos», Literatura Alianza Editorial, Madrid 2008, p. 54-73. Μετάφραση: Αντιγόνη Κατσαδήμα.

Advertisements